Κυριακή, 19 Φεβρουαρίου 2017

Γκαμπριέλ Γκαρσία Μάρκες



"Αν ο Θεός ξεχνούσε για μια στιγμή ότι είμαι μια μαριονέτα φτιαγμένη από κουρέλια και μου χάριζε ένα κομμάτι ζωή, ίσως δεν θα έλεγα όλα αυτά που σκέφτομαι, αλλά σίγουρα θα σκεφτόμουν όλα αυτά που λέω εδώ. Θα έδινα αξία στα πράγματα, όχι γι' αυτό που αξίζουν, αλλά γι' αυτό που σημαίνουν. Θα κοιμόμουν λίγο, θα ονειρευόμουν πιο πολύ, γιατί για κάθε λεπτό που κλείνουμε τα μάτια, χάνουμε εξήντα δευτερόλεπτα φως. Θα συνέχιζα όταν οι άλλοι σταματούσαν, θα ξυπνούσα όταν οι άλλοι κοιμόνταν. Θα άκουγα όταν οι άλλοι μιλούσαν και πόσο θα απολάμβανα ένα ωραίο παγωτό σοκολάτα!

Αν ο Θεός μου δώριζε ένα κομμάτι ζωή, θα ντυνόμουν λιτά, θα ξάπλωνα μπρούμυτα στον ήλιο, αφήνοντας ακάλυπτο όχι μόνο το σώμα αλλά και την ψυχή μου. Θεέ μου, αν μπορούσα, θα έγραφα το μίσος μου πάνω στον πάγο και θα περίμενα να βγει ο ήλιος. Θα ζωγράφιζα μ' ένα όνειρο του Βαν Γκογκ πάνω στα άστρα ένα ποίημα του Μπενεντέτι κι ένα τραγούδι του Σερράτ θα ήταν η σερενάτα που θα χάριζα στη σελήνη. Θα πότιζα με τα δάκρια μου τα τριαντάφυλλα, για να νοιώσω τον πόνο από τ' αγκάθια τους και το κοκκινωπό φιλί των πετάλων τους...

Παρασκευή, 10 Φεβρουαρίου 2017

ΠΛΑΝΗ Ο ΚΑΘΑΓΙΑΣΜΟΣ ΔΥΟ ΑΓΙΩΝ ΠΟΤΗΡΙΩΝ ΣΕ ΜΙΑ Θ. ΛΕΙΤΟΥΡΓΙΑ!

Τεύχος 174 
Ἡ προϊστορία αὐτοῦ τοῦ ἄρθρου
Ἕνας παλαιός μαθητής μου στό Ἐκκλησιαστικό Λύκειο Ἀθηνῶν, καί σήμερα πρωτοπρεσβύτερος σέ ὅμορη Μητρόπολη τῶν Ἀθηνῶν, μέ πολύ συνειδητοποιημένη ποιμαντική διακονία, μέ εἶχε ρωτήσει πρίν ἀπό δύο χρόνια ἄν εἶναι δυνατόν νά καθαγιάζονται δύο ἤ περισσότερα Ἅγια Ποτήρια σέ μιά Θ. Λειτουργία, γιατί ὁ ἴδιος εἶχε ἰδεῖ μέ τά μάτια του σέ ἐνορίες τῆς Καστοριᾶς καί τοῦ λεκανοπεδίου τῆς Ἀττικῆς νά εἰσοδεύονται κατά τήν Μεγάλη Εἴσοδο δύο Ἅγια Ποτήρια! Τοῦ εἶχα ἀναπτύξει τότε προφορικά τήν ἐπιχειρηματολογία μου, ἀποδεικνύοντας  ὅτι αὐτό εἶναι ἀπαράδεκτο, καί λογικά καί θεολογικά καί ἐκεῖνος μέ παρεκάλεσε νά δημοσιεύσω αὐτά διότι –ὅπως μοῦ εἶπε– ἔχει προκληθεῖ μεγάλη σύγχυση ἐπί τοῦ προκειμένου.
Τότε, δέν θεώρησα τό θέμα ἐπεῖγον, μοῦ φάνηκε, μάλιστα, καί ὑπερβολικός ὁ φόβος του γιά τήν ἐξάπλωση μιᾶς τόσο αὐτονόητα παράλογης καί ἀθεολόγητης τελετουργικῆς πράξεως, καί, δεδομένων τῶν πολλῶν ὑποχρεώσεών μου, τό πρᾶγμα ἔμεινε σέ ἐκκρεμότητα.

Κυριακή, 4 Δεκεμβρίου 2016

Χαλίλ Γκιμπράν - Αποφθέγματα


  1. Όποιος δεν ξέρει και δεν ξέρει πως δεν ξέρει, είναι τρελός, απόφυγε τον.
    Όποιος δεν ξέρει και ξέρει πως δεν ξέρει, είναι παιδί, μόρφωσέ το.
    Όποιος ξέρει και δεν ξέρει πως ξέρει, κοιμάται, ξύπνα τον.
    Όποιος ξέρει και ξέρει πως ξέρει, είναι σοφός, ακολούθησε τον.
  2. Το έθνος να λυπάστε αν φοράει ρούχο που δεν το ύφανε.
    Ψωμί αν τρώει, αλλά όχι απ’ τη σοδειά του.
    Κρασί αν πίνει, αλλά όχι από το πατητήρι του.

«Εἶπε δὲ Κύριος: Ἡ κραυγὴ τῶν Σοδόμων καὶ τῶν Γομόρρωνἐπλήθυνε, καὶ ἡ ἁμαρτία αὐτῶν βαρεῖα σφόδρα»


«Χωρς Θεὸ λα πιτρέπονται» εχε πε κάποτε  Ντοστογιέφσκυ καὶ τ λόγια του, διαχρονικά, μπορε ν τὰ πιβεβαιώσει κανείς, ετε παρατηρντας τν ζωὴ νς λαο χωρς Θεό, ετε παρατηρντας τν ζωνς νθρώπου χωρς Θεό. Κάποιοι νθρωποι, θεωρον τι τανποβάλλουν τν Θεὸ π μέσα τους, λευθερώνονται π κάποια φανταστικ δεσμά, τὰ ποα βέβαια οἱ διοι χουν πλάσει στ μυαλό τους κα μ τποα οἱ διοι χουν λυσοδέσει τν αυτό τους κα ασθάνονταιτι τν θέση το Θεο τν παίρνει  λογικὴ ἡ ποία κα καθοδηγε τὸ κάθε τους βμα.
Πς μως εναι δυνατν σ μιὰ ποχ πο ο περισσότεροι νθρωποιχουν πομακρυνθεῖ π τν Θε κα τν χουν διώξει π τν ζωή τους, θεωρντας τι τν χουν ντικαταστήσει μ τν λογική, ατ πού κυριαρχε ν εναι  παραλογισμός; Στν πραγματικότητα δν πάρχει λογικ χωρς Θε καὶ ταν πουσιάζει  Θεός, σο καὶ ν ὁ νθρωπος προσπαθε ν καλύψει τ κεν πο ασθάνεται κα τὸ ποο τν βασανίζει,σο καὶ ν προσπαθε ν προσδώσει κάποιο νόημα σ ατν τν ζω εναιδύνατο, μὲ ποτέλεσμα  μόνη λογικὴ δς ν εναι ατ ποὺ δηγεῖ στν παραλογισμ καί, ργὰ λλ σταθερά, στν καταστροφή του.

Σάββατο, 10 Σεπτεμβρίου 2016

Ἀρχή τοῦ χρόνου τῆς Ἀνατολῆς


O χρόνος! Ἕνα “πρᾶγµα” πού δέν µποροῦµε νά τό δοῦµε, δέν µποροῦµε νά τό ἀγγίξουµε, δέν µποροῦµε νά τό κλείσουµε σέ ἕνα σωλῆνα καί νά τό βάλουµε κάτω ἀπό ἕνα µικροσκόπιο νά τό ἐξετάσουµε. Δέν µποροῦµε νά τό ἀγοράσουµε καί δέν µποροῦµε νά τό πουλήσουµε, δέν µποροῦµε νά τό ἀπειλήσουµε καί δέν µποροῦµε νά τό νικήσουµε. Δέν ἔχει χρῶµα, δέν ἔχει ἄρωµα, δέν ἔχει ὄγκο, δέν ἔχει βάρος, δέν ἔχει σκιά. Ὅµως βαραίνει πάνω µας, δεσπόζει στή ζωή µας καί τήν καταδυναστεύει, ἀπό τή στιγµή πού θά γεννηθοῦµε, µέχρι τή στιγµή πού θά ἀφήσουµε αὐτόν τόν κόσµο πίσω µας.
Ἔτσι καί ἡ ἀνθρωπότητα στό σύνολό της, ἄρχισε ἀπό πολύ νωρίς νά ψάχνει τρόπους νά προσπαθεῖ νά καταλάβει καί νά ὑπολογίσει, αὐτό τό φευγαλέο καί ἄπιαστο στοιχεῖο. Καί εἶναι φυσικό, στή µέτρηση τοῦ χρόνου νά χρησιµοποιηθοῦν οἱ δύο σταθερές τῆς ἀνθρώπινης ζωῆς, τό φῶς καί τό σκοτάδι, ἡ µέρα καί ἡ νύχτα, ὁ ἥλιος καί ἡ σελήνη. Ἄλλοι λαοί στηρίχτηκαν στόν ἥλιο, ἄλλοι στή σελήνη, ἄλλοι –οἱ περισσότεροι– καί στά δύο. Ἤδη ἀπό τήν ἐποχή τοῦ χαλκοῦ ἔχουν σωθεῖ ἡµερολόγια τῶν Αἰγυπτίων καί τῶν Σουµερίων ὅπως καί ἀπό τήν ἐποχή τοῦ σιδήρου, τῶν Βαβυλωνίων τό Ζωροαστρικό ἡµερολόγιο τῶν Περσῶν καί, βέβαια, τό Ἑβραϊκό.