Κυριακή, 14 Οκτωβρίου 2012

"Γλώσσα Ἐλληνική" Ἡ πολύτιμη κληρονομιά καί οἱ ἀποτυχημένοι κληρονόμοι

Διαβάζοντας κάποιο ἄρθρο σχετικά μέ τήν εἰκόνα πού ἔχουν τά σημερινά παιδιά γιά τήν γλώσσα μας, καθώς καί τίς ξενόφερτες ἰδέες πού ὑποστηρίζουν περί ἁπλοποίησης (λέει) τῆς … δύσκολης Ἑλληνικῆς, δέν μποροῦσα νά κρύψω τήν πικρία μου ἀλλά καί τόν θυμό μου. Δέν πίστευα ὅτι αὐτά τά εἶπαν Ἑλληνόπουλα. Μετά, ὅμως, ἀπό λίγη ψύχραιμη σκέψη καί ἀναλογιζόμενος τήν κατάντια τοῦ ἐκπαιδευτικοῦ μας συστήματος, σκέφτηκα πώς σαφῶς καί τά παιδιά πού ἀπάντησαν στό ἄρθρο τόσο ἀδιάφορα καί ἀπαξιωτικά γιά τήν Ἑλληνική γλώσσα, ἔχουν δίκιο νά λένε αὐτά πού λένε, ἀφοῦ δέν βρέθηκε κανένας νά τούς ἐξηγήσει τόν πλοῦτο, τόν θησαυρό καί τήν τεράστια γλωσσική κληρονομιά τῆς ὁποίας εἶναι οἱ συνεχιστές. Εἶναι ἕνας θησαυρός πού τόν ζηλεύουν ὅλοι οἱ λαοί, οἱ ὁποῖοι θά ἔκαναν καί θά ἔδιναν πολλά γιά νά ἦταν ἐκεῖνοι οἱ κληρονόμοι αὐτοῦ τοῦ πλούτου.

Πέμπτη, 11 Οκτωβρίου 2012

Εἶναι ἡ ἐπέτειος τῆς μάχης πού ἔκλεισε ἕνα κόσμο καί ἄνοιξε μία καινούργια μέρα γιά τήν Οἰκουμένη



Ἡ ἄλλη 28η Ὀκτωβρίου


χουµε συνηθίσει κάθε χρόνο νά γιορτάζουµε τήν ἐπέτειο τῆς 28ης Ὀκτωβρίου τοῦ 1940, τήν ἐπέτειο τῆς χωρίς ἐλπίδα ἀντίστασης µιᾶς µικρῆς ἀλλά γενναίας Χώρας στίς ὑπερδυνάµεις πού ἤθελαν νά τήν κατακτήσουν. Βέβαια, ἐµεῖς πού γιορτάζουµε σήµερα δέν ἔχουµε καµµία σχέση µέ κείνη τή µικρή ἀλλά γενναία Χώρα πού τά ἔβαλε µέ τήν ἰσχυρότερη πολεµική µηχανή τοῦ καιροῦ ἐκείνου, ἀλλά αὐτό εἶναι µιά ἄλλη πονεµένη ἱστορία, γιά τήν ὁποία δέν θά µιλήσουµε τώρα.
Τώρα θά ἤθελα νά σᾶς θυµίσω µιάν ἄλλη 28η Ὀκτωβρίου, πρίν ἀπό πολλά–πολλά χρόνια, τήν 28η Ὀκτωβρίου τοῦ 312, πού φέτος συµπληρώνει τά 1.700 ἀκριβῶς χρόνια της. Εἶναι ἡ ἐπέτειος τῆς µάχης στή Μουλβία γέφυρα, τή γέφυρα τοῦ ποταµοῦ Τίβερι, λίγο ἔξω ἀπ’ τήν –τότε– Ρώµη. Εἶναι ἡ ἐπέτειος τῆς µάχης πού ἔκλεισε ἕνα κόσµο καί ἄνοιξε µιά καινούρια µέρα γιά τήν οἰκουµένη. Εἶναι ἡ ἐπέτειος τῆς µάχης πού, ἕνας ἄνθρωπος, τόν ὁποῖο οἱ «ἰσχυροί» ἐκείνου τοῦ κόσµου θεωροῦσαν νεαρό καί ἀσήµαντο καί εὔκολο νά τόν ἐξοντώσουν, «ἔπαιξε τό κεφάλι του», ἀντιµετωπίζοντας ἕνα στρατό µεγαλύτερο ἀπό τό δικό του καί ἕνα προσωπικό ἀντίπαλο ὁ ὁποῖος τόν µισοῦσε µέχρι τό βάθος τῆς ψυχῆς του, ξέροντας πώς, ἄν ἔχανε αὐτή τή µάχη, τόν περίµενε ἕνας ἀνελέητος καί οἰκτρός θάνατος. Κι ὅµως, δέν προβληµατίστηκε, δέν ἀµφέβαλλε, ἀλλά πίστεψε. Πίστεψε σέ τί; Σ’ ἕνα ὄνειρο! Σ’ ἕνα ὄνειρο, ἀλλά ὄχι σέ µιά χίµαιρα, γιατί ὄνειρο ἀπό ὄνειρο διαφέρει...