Σάββατο 15 Μαρτίου 2014

Ἡ Σουλιωτοπούλα

Στῆς μάχης τόν καπνό, πού πνίγει τό λαγκάδι, ὁ Σουλιώτης ὅλα τά ἔχει λησμονήσει, πεῖνα καί δίψα. Καί τό Σούλι πέφτει ξέμακρα, καί σάν λησμονημένο εἶναι καί ἐκεῖνο τ' ἄχαρο.
Καί ἐκεῖ πού πολεμάει τό παλληκάρι τό ἀγλύκαντο, μέρα καί νύκτα, ἀκούει μιά γνώριμη φωνή, πού τόν ξυπνάει:
- Λοιπόν τό Σούλι δέν χάθηκε καί ζῇ.
Ἦταν ἡ Λάμπη, ἡ ἀδελφή τοῦ παλληκαριοῦ.
- Τί καλά μοῦ φέρνεις, Λάμπη;
- Ζεστή κουλούρα, ἀδελφέ, πού σοῦ τήν ἐζύμωσα μέ τά χεράκια μου καί ἡ μάννα τήν ἔψησε στήν ἀνθρακιά μονάχη. Ἔλα νά φᾷς καί νά ξαποστάσης.
- Δέν μπορῶ, καημένη, νά παρατήσω τό τουφέκι ...
- Αὐτό εἶναι ἡ συλλογή σου, Νάση; Ἔρχομαι ἐγώ καί σοῦ κρατῶ τόν τόπο σου ... Νά, σοῦ ἔστρωσα! Καί δός μου τό τουφέκι.
Χαμογελᾷ ὁ ἀδελφός ὁ καπνισμένος. Καί δέν ἔχει ἀνάγκη νά μάθη τήν κορασιά πῶς πιάνουν τό τουφέκι.
Ὁ πόλεμος ἐβαστοῦσε πάντα. Μέ χέρι σταθερό ἐγέμιζεν ἐκείνη καί σημάδευε. Καί ὁ ἀδελφός της παραπέρα ἔτρωγε ἥσυχος καί μονάχα τήν πεῖνά του ἄκουγε, τήν θεριεμένη μέσα του.
Καί ὁ πόλεμος ἐβαστοῦσε. Καί ἐκεῖ ἕνα βόλι ἦλθε καί ἐπέτυχε κατάστηθα τήν κορασιά. Καί αὐτή ἔκανε καρδιά καί δέν ἐμιλοῦσε. Τό αἷμα ἐπλημμύριζε τόν κόρφο της. Ἡ Λάμπη ἐσημάδευε καί ἐτουφεκοῦσε. 
- Ἔφαγες, Νάση;
- Κοντεύω, ἀκόμη λίγο, Λάμπη.
Ἡ κόρη ἐξαναρώτησε καί δεύτερη καί τρίτη φορά. Καί τότε μέ ἕνα πήδημα τό παλληκάρι βρέθηκε κοντά της. Ἄρπαξε τό τουφέκι καί ἥσυχο, καθώς εἶχε τραβηχθῆ, ἐξανάρχισε τόν πόλεμο.
Ἀμίλητη ἡ Σουλιωτοπούλα ἐπῆγε παραπίσω καί ἔπεσε.
Καί ὁ πόλεμος ἐβαστοῦσε ...

"Μεγάλα Χρόνια" 1930
Γιάννης Βλαχογιάννης

Ἀναγνωστικόν Στ' Δημοτικοῦ 1964

Πέμπτη 13 Μαρτίου 2014

«Ὁ θρίαμβος καί ἡ ἧττα δέν βρίσκονται στή βοή τῶν πολυάνθρωπων δρόμων, οὔτε στίς κραυγές καί στίς ἐπευφημίες τοῦ πλήθους, ἀλλά μέσα στούς ἑαυτούς μας» 1

Τό χαρακτηριστικό τν σύγχρονων νθρώπων εναι κατάπαυστη καί νικανοποίητη ναζήτηση καταξίωσης καί προβολς. συντριπτική πλειοψηφία τν νθρώπων ψάχνουμε συνεχς μία πιβεβαίωση πού δέν μπορομε οτε μες ο διοι νά τή συγκεκριμενοποιήσουμε, νά τήν περιγράψουμε καί νά τήν ρίσουμε, στε νά ξέρουμε καί πότε τήν πετύχαμε, γιά νά συχάσουμε.
Ο γυνακες θέλουν νά πετύχουν τήν παγγελματική σότητα μέ τούς νδρες, λλά καί νά τραβον καί τόν ρωτικό θαυμασμό καί τήν προσοχή, πργμα πού τούς δίνει τήν ασθηση ξουσίας πάνω στό ντίθετο φλο.
Ο ντρες δέν θέλουν σότητα μέ τίς γυνακες, λλά παγγελματική καταξίωση, νίκη στόν νταγωνισμό τους μέ τούς λλους ντρες, λλά καί στό προαιώνιο ρωτικό παιχνίδι μέ τό ντίθετο φλο.

Δευτέρα 3 Μαρτίου 2014

Ἡ ἄγνωστη προϊστορία τῆς 25ης Μαρτίου

Θά εἶναι μεγάλο κρῖμα, ἄν πάει χαμένη καί ἡ φετεινή ἐπέτειος τῆς 25ης Μαρτίου 1821, μέ ἕναν ἑορτασμό ρουτίνας ἤ μᾶλλον μέ μιά σειρά ἀπό ἀνιαρές ἐκδηλώσεις πού μᾶς ὁδηγοῦν σιγά-σιγά στήν κατάργηση τῆς ἑορτῆς.
Εἶναι πολύ νωπές οἱ ἀπόπειρες πού ἔγιναν ἀπό πολιτικά πρό­σω­πα γιά νά δοκιμασθῆ ὁ βαθμός πνευματικῆς ἀναισθησίας τοῦ λα­οῦ μας, ἄν, δηλαδή, ἔχει ἀκόμη ἤ δέν ἔχει δυνάμεις ἀντιστάσεως στήν παραχάραξη τῆς Ἱστορίας του. Αὐτοῦ τοῦ εἴδους οἱ δοκιμές γίνονται γιά νά παραποιοῦνται συστηματικά τά Γεγονότα, ἡ Ἱστο­ρι­κή Πραγματικότητα, καί τότε, ἄν ἀκυρωθοῦν τά Γεγονότα, εἶναι προφανές ὅτι ἡ κατάργηση τοῦ ἑορτασμοῦ τους θά εἶναι αὐτο­νό­ητη!

Κυριακή 23 Φεβρουαρίου 2014

ΠΡΟΣΚΛΗΤΗΡΙΟ ΘΕΟΛΟΓΙΚΟΥ ΔΙΑΛΟΓΟΥ ΜΕΤΑΞΥ ΠΙΣΤΩΝ ΤΟΥ ΑΡΧΑΙΟΥ ΚΑΙ ΤΟΥ ΝΕΟΥ ΗΜΕΡΟΛΟΓΙΟΥ

Eἰλικρινά λυπήθηκα διαβάζοντας κάποιους σχολιασμούς τοῦ ἄρ­θρου μου «Τό νέο ἔτος θά εἶναι χρόνος ἡμερολογίου ἤ ἑορ­το­λο­γί­ου;», πού δημοσιεύθηκε στό Ἐνοριακό μας Περιοδικό «Ἐνο­ρι­ακή Εὐλογία» (τόν Ἰανουάριο 2014, τεῦχος 137).
Οἱ σχολιασμοί προέρχονται ἀπό πιστούς ἀνθρώπους πού ἀκο­λου­θοῦν, ὅμως, τό Ἀρχαῖο (Ἰουλιανό) ἡμερολόγιο καί ὡς ἐκ τούτου ἡ εὐαισθησία τους σέ κάποιες λέξεις, τούς ἀφαίρεσε τήν ψυχραιμία νά ἀξιοποιήσουν τό περιεχόμενο καί κυρίως, τό μήνυμα καί τόν σκο­πό τοῦ ἄρθρου μου.
Σκοπός τοῦ ἄρθρου δέν ἦταν νά ὑποτιμήση οὔτε νά προσβάλη τούς ἀνθρώπους τοῦ Ἀρχαίου Ἡμερολογίου (τό ἀποκαλῶ ἔτσι γιά μιά νέα ἀρχή, ἀφοῦ ὁ προσδιορισμός Παλαιο­ημερολογῖται ἔχει φορτισθεῖ ἀρνητικά). Κάθε ἄλλο: Ἡ πορεία κά­θε ἀνθρώπου εἶναι σεβαστή καί Κριτής ὅλων μας ὁ Θεός «ἐν τῇ ἡμέ­­ρᾳ ἐκείνῃ». Ἀντιθέτως, μάλιστα, ἐτόνισα ὅτι πρόκειται περί «πι­στῶν ἀνθρώπων». Ὡστόσο ἡ φράση μου «ἔκαμαν ἀπό τοῦ 1924 Σχῖ­σμα, στήν Ἐκκλησία τῆς Ἑλλάδος» ἦταν ἐκείνη πού πυροδότησε τήν ἀντί­δραση καί ἀγανάκτησή τους.
Θεωρῶ, λοιπόν, ὅτι ἀπαιτοῦνται ἐκ μέρους μου μερικές ἐξη­γήσεις, ὥστε ἀφ’ ἑνός μέν νά κατανοηθῆ τό πνεῦμα ἀλλά καί τό γράμμα τοῦ κειμένου μου καί, ἀφ’ ἑτέρου, νά τεθοῦν οἱ προϋποθέσεις γιά τή συνέχιση ἑνός γόνιμου διαλόγου μεταξύ μας, κάτι πού ἦταν ἀρχική ἐπιδίωξή μου, δεδομένου ὅτι τά τελευταῖα χρόνια ἔχω γνωρίσει κάποιους ἀξιόλογους ἀνθρώπους τοῦ Ἀρχαίου Ἡμερολογίου, οἱ ὁποῖοι θέλουν ἕνα γνήσιο θεολογικό διάλογο καί ὄχι ἁπλουστεύσεις καί ἄσχετους συσχετισμούς.

Τετάρτη 1 Ιανουαρίου 2014

ΤΟ ΝΕΟ ΕΤΟΣ ΘΑ ΕΙΝΑΙ ΧΡΟΝΟΣ ΗΜΕΡΟΛΟΓΙΟΥ Ἤ ΕΟΡΤΟΛΟΓΙΟΥ;

Ἡ εἴσοδος τοῦ Νέου Ἔτους ἔγινε χωρίς τή δική μας μεσολάβηση καί συμφωνία, γιατί ὁ χρόνος τρέχει χωρίς νά ἐπηρεάζεται ἀπό τή θέλησή μας, οὔτε ἀλλάζει ρυθμό, ἔστω καί ἄν προκαλῆ σέ μᾶς ψυχικές διαταραχές ὁ ρυθμός του.
Ὅμως, ἄν καί ποταμός ὁ χρόνος, δείχνει τή φιλανθρωπία καί συγκατάβασή του σέ πιστούς καί ἀπίστους, μέ τό νά καταδέχεται νά ἀναχαιτίζη τήν ὁρμή του καί νά κομματιάζη τή ροή του σέ ὧρες, μέρες καί χρόνια, ὑποχρεώνοντας τόν κοσμικό Γραμματικό του, τό ἡμερολόγιο, νά καθορίζη ἐπακριβῶς τό πῶς πρέπει νά κυλοῦν οἱ ἡμέρες τῆς χρονιᾶς, ὥστε νά ἔχουμε τήν εὐκαιρία νά ὠφεληθοῦμε ἀπό τόν χρόνο καί ὄχι νά καταποντισθοῦμε ἀπό τήν ὁρμή του.
Εἶναι ὁλοφάνερο ὅτι ὁ χρόνος δέν μᾶς ἀνήκει. Εἶναι κτίσμα καί κτῆμα τοῦ Θεοῦ. Ποιήθηκε πρίν ἀπό ἐμᾶς ἀπό Τόν «Θεόν Λόγον» καί δίνει λόγο μόνο στόν «Θεόν Λόγον».
Κανείς ἀπό ἐμᾶς δέν ἔχει τήν ἐξουσία νά αὐξήση τόν χρόνο πού τοῦ ἀναλογεῖ, ἀλλά μόνο μπορεῖνά ἀξιοποιήση τόν χρόνο του, μεταποιῶντας τόν σέ «καιρόν», συμμέτοχον τοῦ «Καιροῦ ἐκείνου», πού «μένει εἰς τόν αἰῶνα». Γι’ αὐτό, καί κανείς ἀπό ἐμᾶς δέν ἔχει δυνατότητα διαλόγου ἤ διαπραγματεύσεως μέ τόν χρόνο, παρά μόνο μέσῳ «τοῦ Θεοῦ καί Λόγου».