Τετάρτη, 16 Φεβρουαρίου 2011

Κατοχή σε καιρό Ειρήνης;

Μετά τα “έπος του 40”, τη λαμπρά νίκη κατά της Ιταλικής επιθέσεως στην Αλβανία και στη Βόρειο Ήπειρο, κλήθηκε ο “μεγάλος αδελφός” της Ιταλίας, η ναζιστική Γερμανία για βοήθεια. Με πρωτοφανή για το Β΄ Παγκόσμιο πόλεμο καθυστέρηση και πολλά θύματα, λόγω της σθεναράς αμύνης των Ελλήνων, κατόρθωσαν οι Γερμανοί να καταλάβουν τη χώρα και να εγκατασταθούν, την άνοιξη του 1941, στην Αθήνα.
Αμέσως προχώρησαν στο σχηματισμό κατοχικής κυβέρνησης υπό την προεδρία του αντιστρατήγου Τσολάκογλου, στον οποίον είχαν εμπιστοσύνη, επειδή πρωτοστάτησε στη συνθηκολόγηση στην Ήπειρο παρά την αντίθετη γνώμη του βασιλέως και της κυβέρνησης, η οποία είχε ήδη μεταφερθεί στην Κρήτη.
 
Με τη διαβεβαίωση ότι ο Γερμανικός στρατός δεν έφθασε με εχθρικές διαθέσεις στην Αθήνα, αλλά φιλικά διακείμενος, ο Γερμανός Στρατάρχης von Stumme επισκέφθηκε τον Αρχιεπίσκοπο Χρύσανθο, με την παράκληση να ορκίση τη νέα κυβέρνηση. Ο Αρχιεπίσκοπος του απάντησε: «Ο Βασιλεύς και η Ελληνική κυβέρνηση ανεχώρησαν, δια να συνεχίσουν τον αγώνα της Ελλάδος, εις την Κρήτην. Ως εκ τούτου, ο αρχηγός της Εκκλησίας δεν δύναται να ορκίση κυβέρνησιν, σχηματιζο­μένην υπό την διοίκησιν του εχθρού.» Και συνέχισε: «Κύριε Στρατάρχα, πρωτίστως ο στρατός σας εισέβαλεν εις ένα τόπον, του οποίου ο λαός ηγωνίσθη με πραγματικήν πίστιν δια την ελευθερίαν του και δια την ουδετερότητά του και εξακολουθεί πάντοτε να πιστεύη εις τα ιδανικά του. ... Η Ελληνική Εκκλησία ευρέθη πάντοτε παρά το πλευρόν του Ελληνικού Λαού, εις τους αγώνας του, άξια της εμπιστοσύνης του, και να είσθε βέβαιοι ότι δεν θα λείψη να πράξη το καθήκον της και κατά την κρίσιμον αυτήν περίστασιν».
Δεν άργησαν εν τούτοις οι κατακτητές, παρά τις αντίθετες διαβεβαι­ώσεις τους, να δείξουν το πραγματικό πρόσωπό τους, αφαιμάζοντες συστηματικά το κράτος και το λαό. Η πλειοψηφία των υπηρετούντων στο στρατο κατοχής δεν φέρθηκαν ως άνθρωποι, αλλά μάλλον ως κτήνη και άγρια θηρία. Δεν περιορίσθηκαν σε λεηλασίες καταστημάτων, αποθηκών και σπιτιών ακόμη, αλλά σοφίσθηκαν ένα δόλιο, εκ πρώτης όψεως νομιμοφανές, σχέδιο αγοράς, τυπώνοντας συνεχώς χαρτονομίσματα Δραχμών, χωρίς να υπάρχη το αντίκρισμα σε χρυσό, τον οποίον μετέφεραν στην Ελβετία, όπως και τα αργυρά νομίσματα. Στη συνέχεια αγόρασαν – έκλεψαν όλη τη διαθέσιμη παραγωγή για την κάλυψη των δικών τους αναγκών, και την έστειλαν στη Γερμανία, όπως, επίσης και τα ευπαθή τρό­φιμα σε μορφή κονσερβών, αδιαφορώντας για τη λιμοκτονία του Ελ­ληνικού Λαού.
Ενώ καλοπερνούσαν οι στρατιώτες κατοχής σε προκλητικό βαθμό, και ενώ δήλωναν στις εφημερίδες «το μέγιστον ενδιαφέρον της Γερμανίας και Ιταλίας υπέρ της ευημερίας του Ελληνικού Λαού», ο υπεύθυνος Γερμανός Στρατάρχης κατόπιν παρακλήσεως για εξασφάλιση τροφίμων στα λαϊκά συσσίτια είπε: «Κύριοί μου, δεν μας μένει καιρός να ασχολη­θούμε με τοιαύτης φύσεως θέματα. Οι Έλληνες πρέπει να γνωρίζουν τούτο: οι πλούσιοί των θα πεινάσουν, οι πτωχοί των θα αποθάνουν και οι Γερμανοί θα νικήσουν».
Μετά τη συνθηκολόγηση της Ιταλίας το καλοκαίρι του 1943 κατάλαβαν οι Γερμανοί ότι η ήττα τους ήταν πλέον βεβαία και μόνο θέμα χρόνου. Αντί να ετοιμασθούν για την αποχώρησή τους, ξέσπασαν χειρότερα από πριν εναντίον του αμάχου πληθυσμού, με σκοπό την πρόκληση εμφυλίου συρράξεως μετά την αποχώρησή τους (μια μέθοδος δοκιμασμένη κατά τον Α΄ Παγκόσμιο πόλεμο, που έβγαλαν με αυτό τον τρόπο τη Ρωσία έξω από τον πόλεμο). Με τις μαζικές εκτελέσεις, με αποκορύφωμα αυτή των Καλαβρύτων τον Δεκέμβριο του 1943 με θύματα αθώους αμάχους άνδρες –δήθεν ως αντίποινα για επιθέσεις κομμουνιστών ανταρτών στον Χελμό– φούντωσε το μίσος ανάμεσα στις διάφορες πολιτικές μερίδες του Ελ­λη­νικού Λαού.
Το αποτέλεσμα: Οι κατοχικές δυνάμεις αποχωρούν, αλλά η κατοχή ουσιαστικά δεν τελειώνει. Οι Έλληνες τρώγονται μεταξύ τους και οι Γερμανοί μένουν ανενόχλητοι μετά το τέλος του πολέμου. Κανείς δεν ασχολείται με τις δίκαιες απαιτήσεις για επιστροφή των κατοχικών δανείων και για πολεμικές επανορθώσεις.
Αντιθέτως δείχνουμε μέχρι σήμερα την εικόνα ενός ταπεινωμένου έθνους με πρωτοφανή δουλοπρέπεια. Όλες ανεξαιρέτως οι μεταπολεμικές κυβερνήσεις παραιτήθηκαν από τις νόμιμες και δίκαιες απαιτήσεις για να πετύχουν ως αντάλλαγμα την ένταξη και στη συνέχεια την πλήρη συμμετοχή στα δρώμενα του σάπιου οικοδομήματος που λέγεται Ευρωπαϊκή Ένωση. Με την πρόφαση της στηρίξεως εξαγοράζονται συνειδήσεις!
Εδώ ξεκινάει η τεράστια δική μας ευθύνη. Δεν είναι οι κατέχοντες την εξουσία πιό έξυπνοι από μας, απλά έχουν βρει τρόπο να φιμώσουν τις φωνές όσων βλέπουν τα πράγματα όπως είναι, και όχι όπως θέλουν μερικοί ιδιοτελείς να τα παρουσιάζουν. Ενάντια στη νηφάλια όραση των πραγμάτων επικρατεί ένας καθησυχασμός, στον οποίο υποκύπτουμε, όταν βολευόμαστε. Την ίδια αντιμετώπιση δεν συναντούσαν και οι Προφήτες της Παλαιάς Διαθήκης και οι Τειρεσίες και Κασσάνδρες της αρχαιότητας;
Αυτή η στάση και η νοοτροπία είναι αποτέλεσμα μιας αρρωστημένης θρησκευτικότητας. Υπάρχει μια υποβόσκουσα πίστη, η οποία ενδυνα­μώ­νεται και δρα κάθε φορά που υπάρχει κάποιος φανερός εξωτερικός εχθρός, αλλά υπνωτίζεται και κοιμάται, όταν ο εχθρός είναι ύπουλος και για ένα αγύμναστο μάτι αφανής.
Ακριβώς αυτή την αδράνεια και πνευματική νωθρότητα εκμεταλλεύ­ονται οι δυνάμεις του κόσμου τούτου. Μας κάνουν να ασχολούμαστε με ό,τι θέλουν εκείνοι και κυρίως με ό,τι μας εξασφαλίζει μια φαινομενική ευημερία. Έτσι δωροδοκούν και εξαγοράζουν τον Ελληνικό Λαό εδώ και πενήντα και πλέον χρόνια. Επειδή οι Έλληνες είναι στα μάτια τους λίγο πιο ανάποδοι και ατίθασοι από τους υπολοίπους Ευρωπαίους, τους κόστισε αυτή η τακτική λίγο παραπάνω απ’ ότι υπολόγιζαν. Παρά ταύτα δεν ζημιώθηκαν καθόλου, αντιθέτως, όλα τα λεγόμενα προγράμματα στήριξης (στην πραγματικότητα εξαγοράς) επέστρεψαν με άμεσο ή έμμεσο τρόπο στους δότες και στις αγορές τους. Με Θεό τους τον Μαμμωνά συνεργάζονται και ενώνονται άριστα ακόμα και οι κάποτε θανάσιμοι εχθροί, όπως το Ισραήλ και η Γερμανία.
Κι’ εμείς; Μας έρριξαν στάχτη στα μάτια. Μας έκαναν να πουλήσουμε τα ιερά και τα θεία και να τα θυσιάσουμε στο βωμό του Μαμμωνά!
Ενώ όσο υπήρχε ο ορατος εχθρός, ο κατακτητής, θυμόμασταν τον Θεό, μόλις σιώπησαν τα κανόνια του πολέμου, Τον ξεχάσαμε. Αυτή την αλήθεια μας την φανερώνει και μια συζήτηση δύο Αθηναίων κατά τον καιρό της Κατοχής στην πλατεία Συντάγματος: «–Εγώ σου λέω πως ο Θεός, αν ήθελε να εκλέξη εθνικότητα, θα επολιτογραφείτο Έλλην. * Κάποιος Γάλλος συγγραφεύς (τον ενθυμείσαι;) ήθελε τον Θεόν Γάλλον. Δεν μπορεί να είναι τίποτε άλλο παρά Έλλην. Διότι ο Θεός αγαπά τους πτωχούς, τους γενναίους και τους δικαίους ανθρώπους. * ... Και μισεί τον άδικον. Διότι είναι ο Κύριος της δικαιοσύνης. * Έ, γι’ αυτό θα νικήσουμε. Διότι μαζί μας, με το δίκιο μας θα αγωνισθή και ο Θεός».
Αυτή η ζωντανή πίστη μας χρειάζεται και σήμερα. Αρκεί να θέλουμε να είμαστε γενναίοι και δίκαιοι, και άς είμαστε και πτωχοί. Ο πλούτος μας είναι άλλης φύσεως, είναι η εν Χριστώ ζωή, η αγιότης. Δυστυχώς όμως δεν στοχεύουμε και πολύ στην αγιότητα, αλλά χαϊδεύουμε τις δόλιες ροπές μας, τα πάθη μας και τις ορέξεις μας. Παραδιδόμαστε αμαχητί, πάψαμε να παλεύουμε τις ατέλειές μας. Και δεν προσέξαμε ότι ακόμα και εάν σιωπούν τα όπλα, δεν σταματάει ο πόλεμος, αλλά συνεχίζει αοράτως.
Ο Άγιος Νικόδημος ο Αγιορείτης στο προλογικό επίγραμμα του βιβλίου του «Αόρατος Πόλεμος» επισημαίνει τα εξής:
Ει βούλει Τελειότητος, φίλε, αξιωθήναι,
Ει βούλει τον Θεόν ιδείν και τούτω ενωθήναι,
Ει θέλεις εκ ψυχής τυχείν στεφάνων ουρανίων,
Αεί πολέμει ανδρικώς κατά των εναντίων.
Άθλει, τρέχε και πύκτευε, ακόντιζε ευστοχως^
Ως στρατιώτης του Χριστού, και αθλητης γενναίος
Κατά Σαρκός και Δαίμονος, Κόσμου και παθών πάντων,
Ορέξεων και κλίσεων, φαύλων σου θελημάτων.
Τους τρόπους δε του πολεμείν μάθε παρά της βίβλου
Ταύτης και μαθών νίκα τε και νικών διασώζου.
Αν δεν είμαστε στρατιώτες του Χριστού άγρυπνοι, εθελοτυφλούμε, αψηφούμε τα σημεία των καιρών και απομονώνουμε όσους μας θυμίζουν την κατάστασή μας. Με ένα λόγο, γινόμαστε συνέταιροι του Διαβόλου και των δυνάμεων του σκότους, και ασχολούμαστε με ό,τι μας ψιθυρίζουν εκείνοι.
Ο Θεός στην παρούσα φάση επιτρέπει να δούμε πολλά, να δούμε ακόμα και γεγονότα και σκηνές που ομοιάζουν με εκείνες της ενόπλου κατοχής πριν από 70 χρόνια, για να μας αφυπνήση.
Στο μνημειώδες έργο του «Ιστορία της Κατοχής» ο στρατιωτικός ιστορικός Δημ. Γατοπουλος περιφράφει στη σελ. 170 τα γεγονότα στο κέντρο της Αθήνας:
«Η αναστάτωσις της αγοράς και η έλλειψις τροφίμων, κατά το καλοκαίρι του 1941, συνωδεύετο και από την κοινωνικήν αναστάτωσιν, την οποίαν, εννοείται, υπέθαλπον οι κατακτηταί, δια των υπουλοτέρων μέσων. Αι επιτάξεις οικίων, καταστημάτων ξενοδοχείων και εστιατο­ρείων εγίνοντο, τότε, εις ευρυτάτην κλίμακα. Εγενικεύθησαν, τότε, και αι επιτάξεις των τροφίμων του Ελληνικού Λαού, δια την ζωήν του οποίου αι αρχαί της κατοχής επεδείκυον πλήρη αδιαφορίαν.
Εις τάς Αθήνας άπειρα καταστηματα, κέντρα, ζαχαροπλαστεία και εστιατορια, πρώτης και δευτέρας τάξεως, επετάχθησαν δια τους Γερμανούς και τους Ιταλούς αξιωματικούς και στρατιώτας που εγευμάτιζαν πλουσίως και επιδεικτικώς, ενώ σμήνη από πτωχά και πειναλέα Ελληνόπουλα τους παρηκολούθουν με απελπισία και ε­ξάν­τλησι, έξω από τα εστιατορια, χωρίς κανείς από τους κατακτητάς να συγκινήται με το απελπιστικό θέαμά των.
Αντιθέτως μάλιστα, πολλές φορές οι φρουροί τα εδίωχναν και τα χτυπούσαν και τα δυστυχισμένα παιδιά, τότε, διελύοντο και έφευγαν και ζητούσαν έπειτα κάτι για να φάνε, μέσα εις τα δοχεία των σκουπιδιών που ευρίσκοντο έξω από τα ξενοδοχεία και τα εστιατόρια των κεντρικών δρόμων της πόλεως.»
Αυτές οι εικόνες δεν μας φαίνονται και τόσο ξένες. Και εάν επι­κεν­τρωθούμε στην γειτονιά μας, την οδό Πανεπιστημίου, όπου επιτάξανε οι κατοχικές δυνάμεις τα κεντρικά κτίρια με αποκορύφωμα την Αθηναϊκή Λέσχη, όπου εφόνευσαν τον γηραιό αρχιστράτηγο Κομνηνό Μηλιώτη, ο οποίος μόνος και με ένα μαστίγιο μόνο εξοπλισμένος τολμησε να αντισταθή, τότε ερχόμαστε πολύ κοντά στη σημερινή πραγματικότητα, όπου τα μέλη της Τρόϊκας έχουν εγκατασταθή επί της ιδίας οδού στην Τράπεζα της Ελλάδος σε πολυτελέστατα Γραφεία και με σκανδαλωδώς παχυλούς μισθούς, δήθεν ως φίλοι και σωτήρες της χώρας!
Η σωτηρία όμως είναι μία: Να αλλάξουμε νοοτροπία και προορισμούς. Να εργασθούμε με όπλο τη δικαιοσύνη και την πίστη μας. Να ενωθούμε υπό την αιγίδα της Αγίας μας Εκκλησίας και να μη δεχθή κανένας Έλ­ληνας να συμμετάσχη σε κυβέρνηση κάτω από διαταγές των νέων εξευγενισμένων κατοχικών δυνάμεων, και προ πάντων να μη δεχθή κανένας Επίσκοπος της Εκκλησίας μας να ορκίση «κυβέρνησιν σχηματιζομένην υπό την διοίκησιν του εχθρού».
π. Γεώργιος Χάας
Σημ. της Συντάξεως: Ο π. Γεώργιος είναι Γερμανικής καταγωγής αλλά αυτό δεν τον εμποδίζει να διατυπώνη την αλήθεια, γιατί ο χριστιανός ποτέ δεν βάζει την Πατρίδα του πάνω από την Αλήθεια। Αυτό του το ήθος, πρέπει να παραδειγματίση όλους μας!
«Ενοριακή Ευλογία» Ιανουαρίου, 2011
Τεύχος 103

0 σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου