Παρασκευή, 25 Μαρτίου 2011

ΟΙ ΧΕΙΡΟΓΡΑΦΕΣ ΠΡΟΣΘΗΚΕΣ ΤΟΥ π. ΕΠΙΦΑΝΙΟΥ ΘΕΟΔΩΡΟΠΟΥΛΟΥ ΣΥΝΗΓΟΡΟΥΝ ΜΕ ΤΟΝ π. ΒΑΣΙΛΕΙΟΝ ΒΟΛΟΥΔΑΚΗΝ

Αναγκάζομαι, παρά την επιθυμία μου,να συνεχίσω μέσα στην Αγία και Μεγάλη Τεσσαρακοστή την αντιπαρατιθεμένη αρθρογραφία με θέμα τον Αντίχριστο και τα υποτιθέμενα σφραγίσματά του γιατί οι επικριτές του άρθρου μου «ΣΥ ΕΙ ΟΕΡΧΟΜΕΝΟΣ Ή ΕΤΕΡΟΝ ΠΡΟΣΔΟΚΩΜΕΝ;» (Ο.Τ. 14-1-2011) , ξεπερνώντας κάθε όριο ευπρεπείας και χριστιανικού ήθους επεχείρησαν, πέραν της κριτικής τους, να με εμφανίσουν -ιδίως μέσω του διαδικτύου-και ως κοινόν ψευδολόγον και ως μη σεβόμενον τους αγίους Πατέρας μας και ιδιαιτέρως τον μακαριστόν π. Επιφάνιον Θεοδωρόπουλον!
Παρατρέχω το εναντίον μου κείμενο του Αρχιμ. Νεκταρίου Ζόμπολα (εξης π. Ν.), πού δημοσιεύθηκε στον «Ο.Τ.» σε δύο συνέχειες, διότι από τα γραφόμενά του τα μόνα που με αφορούν είναι τα εναντίον μου ειρωνικά του επιφωνήματα, όπως π.χ. « «τάδε έφη Ζαρατούστρα»(!) ή «οποίες αλλοπρόσαλλες θέσεις του αρθρογράφου π. Βασιλείου όντως πρωτοφανή και αποκρουστικά»(sic) ή «έλεος και τρις έλεος»(!) και η απόφανσή του ότι ο π. Βασίλειος «αν μη τι άλλο προκαλεί, αφού παρουσιάζεται ως αυθεντία ωσάν να κατέχει την αλήθεια στο θέμα, συμφωνα με όλο το γραπτό του».
Αρκούμαι μόνο να συστήσω αδελφικά στον π. Ν. να καταβάλη στο μέλλον μεγαλύτερη προσπάθεια ώστε να κατανοή απόλυτα τα γραπτά των συνανθρώπων του και να μη υποκύπτη τόσο γρήγορα «με μια εσωτερική ακράτητη παρόρμηση», όπως ο ίδιος γράφει, στο να «λαμβάνει γραπτώς τον λόγον».
 
Για να τον διευκολύνω του υπενθυμίζω γιά παράδειγμα ένα από τα σημεία της κριτικής του, στο οποίο διερωτάται αν φάσκω και αντιφάσκω επειδή αδυνατεί να κατανοήση ότι δεν πρόκειται για αντίφασή μου αλλά για παράθεση εκ μέρους μου δύο εντελώς διαφορετικών εκδοχών! Παραθέτω τον προβληματισμό του:
«Γράφει και τούτο (ο π. Βασίλειος): «Αν κάποτε οι κυβερνήτες μας συσχετίσουν την παράδοση των κρατικών εγγράφων με την αποδοχή και την προσκύνηση του Διαβόλου, τότε –όπως έγραψε και ο μακαριστός π. Επιφάνιος – ‘όχι μόνο δεν θα λάβωμεν τα διαβολόχαρτα άλλ’ ούτε καν θα τα εγγίσωμεν’» και στη συνέχεια αναφέρει (πάλι ο π. Β): «…δεν παθαίνει τίποτα ο άνθρωπος με το να κωδικοποιηθούν τά στοιχεία του στις Κρατικές Υπηρεσίες». Ταυτα γράφει (δηλ. ο π. Β.) και φυσικά εννοεί την Κ.τ.Π. Πώς τώρα συνδυάζονται οι δύο θέσεις του; Φάσκει και αντιφάσκει;».
Τα συμπεράσματα από τους αναγνώστες…
* * *
Θα σιωπούσα, λοιπόν, αν περιορίζοντο οι επικριτές μου σε διαστρεβλώσεις και χλευασμούς των κειμένων μου, άλλωστε έχω συνηθίσει να μη μου απαντούν σε αυτά που γράφω αλλά σε αυτά που θα ήθελαν να γράψω.Όταν, όμως, δεν πρόκειται μόνο για επικρίσεις αλλά και για απροκάλυπτες συκοφαντίες, που αποσκοπούν στο να με εκθέσουν στα μάτια των ανθρώπων που βρίσκονται κάτω από την πνευματική μου ευθύνη και με εμπιστεύονται, τότε έχω επιτακτικό χρέος να αποσείσω τις συκοφαντίες, παρουσιάζοντας πλέον όχι μόνο επιχειρήματα αλλά και στοιχεία.
Η συκοφαντία σαλπίζεται μέσω του διαδικτύου και επικεντρώνεται στο ότι διαστρέφω τον π. Επιφάνιον, αποσιωπώντας το κύριο μέρος της Επιστολής του στον «Ο.Τ.» (φύλλο 755/11-9-1987) με τίτλο « Ο ΒΕΕΛΖΕΒΟΥΛ ΚΑΙ ΟΕ.Κ.Α.Μ.» και με αυτόν τον τρόπο δείχνω ασέβεια προς το πρόσωπό του!
Αυτά τα διαδίδει κληρικός πρώην πνευματικό τέκνο του π. Επιφανίου, ο οποίος από το έτος 1980 εγκατέλειψε τον π. Επιφάνιον (προφανώς δείχνοντας του με αυτόν τον τρόπο σεβασμό) και επέλεξε άλλον πνευματικό!
Είναι η δεύτερη φορά που αποτολμά αυτή τη συκοφαντία. Τον Οκτώβριο του έτους 1997 έστειλε επιστολή στον Ο.Τ. (17-10-1997) , με την οποία για πρώτη φορά, επέλεξε –χωρίς ντροπή- να εμφανισθη ως αμύντωρ του π. Επιφανίου, επιτιθέμενος εναντίον μου με τη συκοφαντία της παραποιήσεως του φρονήματος του π. Επιφανίου ως προς τον Αντίχριστον, το σφράγισμά του και τις επιπτώσεις του στους ανθρώπους.
Τότε, στο ίδιο φύλλο του Ο.Τ. (17-10-1997) δημοσιεύθηκε εκτενής απάντησή μου και στον κληρικό αυτόν και σε τρείς αγιορείτες Πατέρες που αρκούντο στο να κραδαίνουν την επιστολή του π. Παϊσίου χωρίς να επιχειρούν να την υπερασπισθούν θεολογικά, αφήνοντας έκθετον τον άγιο Γέροντα.
Εγραψα τότε:
«Ομολογώ ότι περίμενα πως κάποιοι επικριταί μου θα αναφερθούν στην Επιστολή του π. Επιφανίου για να με αντικρούσουν. Ποτέ όμως δεν φανταζόμουν ότι ο π. …. θα είχε το «κουράγιο» να παρουσιασθή αμύντωρ του π. Επιφανίου αμφισβητώντας την ειλικρίνεια των γραφομένων μου, δεδομένου ότι από του έτους 1980 (δηλαδή επτά ολόκληρα χρόνια πριν από τη συγγραφή των άρθρων μου και τις συζητήσεις μου με τον π. Επιφάνιο επ' αυτών) αυτός είχε οριστικά εγκαταλείψει τον π. Επιφάνιο και ανεζήτησε άλλον πνευματικό. Τώρα επικαλείται τον π. Επιφάνιο διαβάλλοντας αυτούς, που υπήρξαν αυτήκοοι και αυτόπτες»!
Επειδή ολόκληρη η επιστολή μου εκείνη είναι, όπως προείπα, δημοσιευμένη, είναι εύκολο σε εκείνον που επιθυμει να την αναζητήση. Για να μη μακρηγορήσω θα αρκεσθω να επαναλάβω εδώ κάποια σημεία μόνο της επιστολής μου που αναφέρονται στις προσθήκες που έκαμε ο π. Επιφάνιος στα χειρόγραφα του άρθρου μου «Ο Αντίχριστος, ο αριθμός 666 και η ανησυχία των χριστιανών», αφού πλέον οι περιστάσεις απαιτούν, για να αρθή η εναντίον μου συκοφαντία, να δημοσιεύσω τις προσθήκες αυτές όπως με το χέρι του τις έγραψε ο π. Επιφάνιος.
Πρέπει να διευκρινησθη ότι η επιστολή του π. Επιφανίου περί «Βεελζεβούλ και Ε.Κ.Α.Μ», που ισχυρίζονται πως έρχεται σε αντίθεση με τα γραφόμενά μου, εγράφη για να καθησυχάση τα πλήθη αλλά χωρίς (όπως ο ίδιος γράφει) «να διαπραγματεύεται το θεμα περί αντιχρίστου ή περί του αριθμού 666 κ.τ.τ.Εγράφη με χιούμορ, διακωμωδώντας ουσιαστικά τη φασαρία πού είχε ξεσπάσει τότε, όπως και τώρα. Η διατύπωσή του είναι ενδεικτική:
« Οι αρμόδιοι κρατικοί Λειτουργοί, εσκέφθην, θάεπρεπεν, ολοι, πρωτονμέννάεινε συνειδητοί σατανολάτραι, δεύτερον δένά πάσχουν εκ κρετινισμου. Διότι μόνον συνειδητοί σατανολάτραι θά εθετον τοιαυτα σχήματα εις τά δελτία ταυτότητος καί μόνον πάσχοντες εκ κρετινισμου ηδύναντο νά πιστεύσουν οτι θά ευρεθουν Ορθόδοξοι Χριστιανοί, πού θά εδέχοντο νά λάβουν δελτία ταυτότητος μέ τήν εικόνα του Βεελζεβούλ! Καί, νά πάρη ευχή!, εινε ολίγον δύσκολον νά συμπέσουν αμφότεραι αι 1διότητες (σατανολατρεία καί κρετινισμός) εις μίαν δεκάδα, τουλάχιστον, ανωτάτων στελεχων Δημοσίων Υπηρεσιών καθώς καί εις τούς αρμοδίους Υπουργούς καί Υφυπουργούς. Λογικως λοιπόν θά επρεπε νά αποκλεισθη παντελώς τοιουτον ενδεχόμενον, δηλαδή εκτύπωσις δελτίων ταυτότητος μέ σατανικάς μορφάς.
Επειδή ομως τίποτε δέν αποκλείεται εις τήν ωραίαν αυτήν Χώραν, οπου θάλλει η φαιδρά πορτοκαλέα, δέν εινε δυνατόν νά αποκλεισθη ουτε αυτό. Αν λοιπόν πράγματι εις τά νέα δελτία ταυτότητος εχη αποτυπωθη εστω καί υποψία της μορφης του Βεελζεβούλ, ασφαλως οι πιστοί οχι μόνον δέν θά παραλάβουν τά δ ι α β ο λ ο δ ε λ τ ί α αυτά, αλλ’ ουτε καν θά τά εγγίσουν!».
Ας έρθουμε, λοιπόν, στα χειρόγραφα:





Εάν κάποιος ισχυρισθεί πώς ό π. Επιφάνιος στην επιστολή του αποκαλεί το 666 σύμβολον τού Αντιχρίστου, ενώ εγώ γράφω ότι δεν είναι σύμβολο, διότι τα σύμβο­λα είναι αμετάτρεπτα, θα του αντείπω ότι το ίδιο υπεστήριζε και ο π. Επιφάνιος και γι' αυτό στις φράσεις του χειρο­γράφου μου «Ποιός έκαμε αυτή την επιλογή και απεφάνθη ότι μόνο ο αραβικός αριθμός 666, όχι μόνο ως αριθμός αλλά και ως σχήμα (γιατί αυτό σημαίνει σύμβολο) θα χρησιμοποιηθή, από τον Αντίχρι­στο...;», μου προσέθεσε, πριν από τη λέξι «σχήμα», το επίθετο «συγκε­κριμένο» και μετά προσέθεσε την παρενθετική φράσι «(δηλαδή τρία 6)». Όπως και παρακάτω, που έγρα­φα «Το σύμβολο έχει ωρισμένο σχήμα, όπως ο Τίμιος Σταυρός. Δεν είναι δυνατόν το Σημείο του Χρι­στού να αποτυπωθή διαφορετικά. Με άλλα σχήματα», ο π. Επιφάνιος μου πρόσθεσε τη φράσι «που δεν δηλώνουν Σταυρό».

Εάν ο π. Επι­φάνιος διαφωνούσε με τη θέσι μου αυτή, θα ήταν αδιανόητο να καλλωπίζη φραστικά και να επεξηγή το λάθος μου. Αλλοίμονο αν ένας Πνευματικός, και μάλιστα της ά­ξιας του π. Επιφανίου, δεν διορθώνη τα πνευματικά τέκνα του (τότε ήταν πνευματικός μου) αλλά τα αφήνει, να δημοσιεύουν πλάνες, και μάλιστα κοσμεί και τα χειρό­γραφά τους με προσθήκες πλά­νης!»
Στην Επιστολή του ο π. Επιφά­νιος αποκαλεί το 666 «σύμβολον του Αντιχρίστου», διότι έτσι το εννοεί, μετά την δεισιδαιμονική κατήχησί του, ο περισσότερος κό­σμος. Έκαμε δηλαδή ό,τι και ο Χρι­στός, ο Οποίος προκειμένου να συνεννοηθή με μας τους εμπαθείς ανθρώπους ονομάζει «ψυχή» και τα πάθη μας, λέγοντας «ο φιλών την ψυχήν αυτού απολέσει αυτήν, και ο μισών την ψυχήν αυτού εν τω κόσμω τούτω, εις ζωήν αιώνιον φυλάξει αυτήν» (Ίω. 12, 25).
Παραθέτω εν συνεχεία χωρίς ιδιαίτερο σχολιασμό (γιατί ο χώρος δεν επαρκεί) και τις άλλες προσθήκες του π. Επιφανίου, οι οποίες όλες επιτείνουν το νόημα των λεγομένων μου, είναι δε εύκολο στον νουνεχή αναγνώστη να βγάλη τα συμπεράσματά του:

Αυτά ως προς τα χειρόγραφα που μαρτυρούν ότι «ου ψεύδομαι». Καλό, όμως, θα ήταν ,όλοι αυτοί που ζητούν σήμερα από την Ι. Σύνοδο να λάβη θέση για την Κάρτα του Πολίτη να μας ειπούν αν αποδέχονται πλήρως την Απόφαση της Ι. Συνόδου του 1997, η οποία και δικαιώνει τα γραπτά μας:
«Η Εκκλησία μας δέχεται ότι η Σφραγίς του Χριστού δεν είναι κάποιο εξωτερικό σύμβο­λο, που μπορεί να επιβληθή στους ανθρώπους με βία και τυραννία, αλλά η Χάρη του Αγίου Πνεύμα­τος, που με τα Ιερά Μυστήρια του Βαπτίσματος και του Χρίσματος αγιάζει τον άνθρωπο και τον κάνει "υιό Θεού", και γι' αυτό τα Μυστή­ρια αυτά, και ιδίως το Χρίσμα, ονο­μάζονται "σφραγίς του Χριστού". "Μία σφραγίς αληθώς, η του Πνεύματος έλλαμψις", λέγει επιγραμματικά ο Άγιος Συμεών ο Νέ­ος Θεολόγος. Και την σφραγίδα του Χριστού την έχει και την δια­τηρεί, όποιος ομολογεί ότι ο Ιη­σούς Χριστός είναι ο Υιός του Θε­ού, που ήλθε στον κόσμο εν σαρκί και έγινε άνθρωπος για τη σωτηρία μας. Και ουδενός είδους σφράγι­σμα, που επιβάλλεται με βία και τυραννικά, δεν είναι ικανό να κα­ταστήσει ανενεργό την σφραγίδα του Χριστού. Κατά τον ίδιο τρόπο η σφραγίδα του Αντιχρίστου, για την οποία ομιλεί η Αποκάλυψη, δεν είναι ένα εξωτερικό σύμβολο, που μπορεί να επιβληθή με βία, παρά την θέληση και την αντίδραση του ατόμου, αλλά η εκούσια αποκοπή του απ' τη ζωή της Χάριτος του Αγίου Πνεύματος με την εκούσια άρνηση της πίστεως, ότι ο Ιησούς είναι ο Υιός του Θεού και Σωτήρ του κόσμου».
Αν την αποδέχονται, και εμείς συμφωνούμε μαζί τους!
Πρωτοπρεσβύτερος
ΒΑΣΙΛΕΙΟΣ Ε. ΒΟΛΟΥΔΑΚΗΣ
Ορθόδοξος Τύπος, 25 Μαρτίου 2011


0 σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου