Α.
Ὁ Γιῶργος ἀγαποῦσε πολύ τά λουλούδια. Ἰδίως αὐτό τό μικρό λουλούδι ὄμορφο καί εὐωδιαστό, πού καθόταν ἐκεῖ, στό παράθυρο. Τό ἀγαποῦσε ὄχι μόνο διότι ἦταν πολύ ὄμορφο καί μυρωδᾶτο, ἀλλά καί διότι τοῦ τό εἶχε χαρίσει πρίν ἀπό κάμποσο καιρό κάποιος προσφιλής του φίλος, κάποιο πρόσωπο, πού τοῦ πρόσφερε πάντα σπουδαία καί πολύτιμη ὑποστήριξη.
«Θά τό φροντίζω καλά» –ὑποσχέθηκε τότε στόν φίλο του– «καί ὅσες φορές τά βήματά σου θά σέ φέρνουν στό μικρό μου σπιτάκι θά τό βρεῖς στήν θέση του, ἀνθισμένο, γιά νά μᾶς ὑπενθυμίσει τήν φιλία μας».
Στίς πρῶτες μέρες ὅλα ἦταν γοητευτικά. Ἡ παρουσία τοῦ λουλουδιοῦ τόν χαροποιοῦσε καί ἔφερνε μιά συνεχῆ ἄνοιξη τριγύρω του. Δεκάδες φορές τήν ἡμέρα σταματοῦσε πρός στιγμή τήν ἐργασία του γιά νά θαυμάζει τό μικρό λουλούδι του, νά τό φροντίσει, ἐνῶ τά πράσινα φύλλα του σάν νά τοῦ χαμογελοῦσαν.
Πέρασαν ἔτσι μερικές ἑβδομάδες.
Κάποια μέρα ὅμως τόν ἐπισκέφθηκε ἄλλος φίλος (ἀπό αὐτούς πού δέν μᾶς προσφέρουν καί πολλά πνευματικά, ἀλλά ἁπλῶς μᾶς βοηθᾶνε νά περάσουμε τόν χρόνο) καί τοῦ πρότεινε νά βγοῦνε κάπου ἔξω γιά νά περάσουνε μαζί τήν ἑορτή. Ἀργά τό βράδυ, ὅταν γύρισε, ξεθεωμένος, δέν ἔδωσε πλέον καμία σημασία στό λουλούδι πού τόν περίμενε στήν γωνιά του.
Δεύτερη ἡμέρα τό πρωΐ, τό λουλούδι κύρτωνε λυπημένο τό κεφάλι κι ὁ Γιῶργος, μετανοιωμένος,τοῦ ὑποσχέθηκε νά μή λησμονήσει ποτέ ξανά τό ποτῆρι τοῦ νεροῦ πού τό πράσινό του φιλαράκι τό χρειαζόταν καθημερινά. Ἕνα λουλούδι ζητάει ἀπό ἐμᾶς τόσα λίγα πράγματα!


