Τετάρτη, 4 Ιανουαρίου 2012

Η Βάπτισις του Χριστού


Για την ορθόδοξη Εκκλησία, η μέρα της εορτής τής Βαπτίσεως του Χριστού είναι μέρα ιδιαίτερης ευλογίας και αγιασμού για ολόκληρη την κτίση, έμψυχη και άψυχη. Είναι μιά γιορτή πολύ πλούσια σε νοήματα, γι’ αυτό και η παραστατική απεικόνισή της είναι δύσκολη.
Αυτή τη μέρα ο Χριστός δέχεται το βάπτισμα του Ιωάννου, όχι σας βάπτισμα αφέσεως αμαρτιών όπως οι άλλοι άνθρωποι, αλλά – σάν ο «μόνος Αναμάρτητος» - ευλογώντας και αγιάζοντας και καθιερώνοντας το μυστήριο για να το παραλάβουμε εμείς οι άνθρωποι και μέσω αυτού του μυστηρίου να δηλώνουμε ενσυνείδητα και κατηγορηματικά ότι θέλουμε να του ανήκουμε. «Όσοι εις Χριστόν εβαπτίσθητε, Χριστόν ενεδύσασθε», διακηρύσσει το τροπάριο που ψάλλεται και την ημέρα των Θεοφανείων και σ’ όλες τις βαπτίσεις όλων των ορθοδόξων χριστιανών.

Αυτή τη μέρα ο Χριστός έρχεται να αγιάσει τα ύδατα και – μέσω αυτών – όλη την υλική κτίση. Τα ύδατα ήταν πάντοτε συμβολισμός της αμαρτίας. «Σώσον με, ο Θεός, ότι εισήλθοσαν ύδατα έως ψυχής μου» (Ψαλμ. ξ’). Το υγρό στοιχείο, ανήσυχο, αεικίνητο, έχοντας μια διάθεση διαρκώς επεκτατική και κυριαρχική, ανταποκρίνεται χαρακτηριστικά στην περιγραφή του πώς η αμαρτία κινείται και καταλαμβάνει την ψυχή και πώς την κάνει κι αυτήν ανήσυχη, αεικίνητη, ρέουσα, υγρή, με κυριαρχικές προς τα έξω τάσεις. Κι ο άνθρωπος, βλέποντας ανήσυχος αυτό το υγρό κι απειλητικό στοιχείο μέσα του και γύρω του, ψάχνει να βρει σταθερό μονοπάτι για να μη βραχεί. Την αρχή του δρόμου τούτου χαράζει ο Χριστός με το Βάπτισμα «... δι’ου ημείς τήν ρέουσαν του βίου διαπερώμεν διάβασιν» (Τροπάριον εορτής). Γι’ αυτό στην εικόνα της Βαπτίσεως, ενώ ο Χριστός φαίνεται μέσα στο νερό του ποταμού, βηματίζει σαν να βρίσκεται σε σταθερό και στεγνό δρόμο, χωρίς να ενοχλείται ή να επηρεάζεται από τη ροή τους.
Αυτή τη μέρα γίνεται η πρώτη φανέρωσις της Αγίας Τριάδος. Ο Χριστός βαπτίζεται σαν άνθρωπος, ο Θεός Πατήρ – Του οποίου η φωνή συμβολίζεται μ’ ένα ημικύκλιο φωτεινών ακτίνων στο κέντρο της κορυφής της εικόνος – αποκαλύπτει στούς ανθρώπους «ούτος εστιν ο Υιός μου ο αγαπητός...» και το Άγιο Πνεύμα με είδος περιστεράς κατεβαίνει στο Θεό Λόγο, με τον Οποίο ήταν, είναι και θα είναι πάντοτε ενωμένο και αχώριστο.
Από την όχθη του ποταμού, άγγελοι σκύβουν προς το Χριστό, έκθαμβοι κι αυτοί απ’ το μυστήριο που βλέπουν μπροστά τους, απλώνοντας τα χέρια – καλυμμένα με το ένδυμά τους σε ένδειξη φόβου και σεβασμού – σε μιά κίνηση γεμάτη προθυμία να υπηρετήσουν, αλλά και απορώντας πώς, με ποιό τρόπο μπορούν να το κάνουν.
Ο Πρόδρομος απλώνει το δεξί χέρι, το μόνο που άγγιξε ποτέ – εκτός της Παναγίας – την κορυφή της Θεανθρώπινης κεφαλής του Χριστού, ενώ κρατάει το αριστερό σε στάση έντρομης δεήσεως «... πώς φωτίσει ο λύχνος το Φώς; Πώς χειροθετήσει ο δούλος τον Δεσπότην;...» (Τροπάριο εορτής Θεοφανείων).
Ο Ιορδάνης και η θάλασσα ζωγραφίζονται προσωποποιημένοι να ιππεύουν κήτη και να στρέφονται έκθαμβοι και έντρομοι προς το Χριστό, ενώ τα κήτη τους σπεύδουν να φύγουν προς την αντίθετη κατεύθυνση, όπως επίσης και τα ύδατα ζωγραφίζονται ταραγμένα και με τη ροή τους προς τα επάνω, αντίθετη από τη φυσική. «... η θάλασσα γαρ φησιν, είδε και έφυγεν· ο Ιορδάνης εστράφη εις τα οπίσω από προσώπου Κυρίου» (Ιδιόμελο εορτής).
Η εικόνα της Βαπτίσεως είναι από τις έντονες και με τη μεγαλύτερη κίνηση παραστάσεις. Η συμμετοχή και η ενότητα όλης της κτίσης, ορατής και αόρατης, υλικής και άυλης, παρουσιάζεται ανάγλυφη. Ακόμη και τα βουνά έχουν μια ελαφρά κλίση προς το μέρος του Ιορδάνου, εκεί όπου αρχίζει η δημόσια παρουσία του Χριστού, εκεί όπου διακηρύσσεται με τρόπο σε όλους προσιτό, ότι ο δρόμος επικοινωνίας μεταξύ ουρανού και γης άνοιξε, και τα ουράνια γίνονται επίγεια και τα επίγεια ουράνια.

Βυζαντινή ζωγραφική θεωρία, Νινέττα Βολουδάκη
Εκδόσεις Γρηγόρη, Αθήνα 1995

0 σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου