Πέμπτη, 5 Ιανουαρίου 2012

Ἔτσι μόνο ξανάρχεται ἡ χαρά τῶν Χριστουγέννων

ΓΥΡΙΖΟΝΤΑΣ ΠΙΣΩ ΤΙΣ ΣΕΛΙΔΕΣ ΤΟΥ ΗΜΕΡΟΛΟΓΙΟΥ!
Μέ τή βοήθεια τοῦ Θεοῦ, γιορτάσαμε τά δισχιλιοστά ἑνδέκατα Χριστούγεννα. Αὐτή τήν τόσο λαμπερή, ὄμορφη καί ἐντυπωσιακή ἑορτή, πού κάθε χρόνο θέλουμε νά τήν ἑορτάζουμε ὅλο καί λαμπερότερα. Μόνο πού τά φετινά Χριστούγεννα δέν εἶχαν τή χαρά καί τή λάμψη τῶν περσινῶν.
Πράγματι ὅλοι εἶναι σκυθρωποί καί ἀπό ὅλων τά στόματα ἀκοῦς τήν πίκρα γιά τό πῶς νά χαρεῖς μέ αὐτήν τήν κατάσταση πού ἐπικρατεῖ. Ἄκουγες προεορτίως νά λένε «μέ τί καρδιά νά στολίσουμε καί μέ τί νά χαροῦμε»; Καί αὐτό βέβαια, μεταδίδεται σέ ὅλους ἀκόμα καί στά μικρά παιδιά, τά ὁποῖα βλέποντας τούς γονείς τους νά μιλοῦν κατ’ αὐτό τόν τρόπο, καί δίνοντάς τους τήν ἐντύπωση ὅτι τέλειωσαν τά πάντα, ἡ ἀπογοήτευση μαυρίζει τίς ἀθῶες ψυχοῦλες τους. Καί ὅλα αὐτά, ἐξ αἰτίας, ὄχι κάποιου πολέμου ἤ κάποιου θανατικοῦ, ἀλλ’ ἐξ αἰτίας τῆς πολυσυζητημένης οἰκονομικῆς κρίσης. 
Δύο χιλιάδες ἕντεκα Χριστούγεννα ἔχουν γιορτασθεῖ ἐπάνω σέ αὐτόν τόν πλανήτη πού τόν λένε γῆ. Ἦρθαν, ἑορτάστηκαν, πέρασαν καί ἔφυγαν σάν ἕνα εὐχάριστο διάλειμμα στή μονότονη ζωή τῆς ἀνθρωπότητας. Λέτε, κάθε μία ἀπό αὐτές τίς 2011 ἑορτές τῶν Χριστουγέννων, κάθε φορά πού ἐπισκέπτονταν τόν κόσμο μας, νά τόν ἔβρισκαν γεμᾶτο ἀπό εὐμάρεια, πλοῦτο, λάμψη, εὐφορία, εὐτυχία, εὐημερία καί εἰρήνη; Λέτε ὅλα αὐτά τά Χριστούγεννα νά ἔβρισκαν κάθε φορά, κάθε ἕναν ἄνθρωπο γεμᾶτο ἀπό ὅλα αὐτά τά καλά πού προανέφερα; 

Θά τολμήσω νά γυρίσω τίς σελίδες τοῦ ἡμερολογίου τῆς ἀγαπημένης μου γιαγιᾶς, πρός τά πίσω καί νά σταματήσω στίς 24 Δεκεμβρίου τοῦ 1922. Βρισκόμαστε στήν πόλη τῆς Νίκαιας. Μεσημέρι παραμονῆς Χριστουγέννων. Ἔχει βαριά συννεφιά καί κάνει ἕνα φοβερό κρύο. Ὁ παγωμένος ἀέρας φυσάει μέ μανία ἀνάμεσα στά παλιά ἀντίσκηνα πού μένουν οἱ πρόσφυγες. Σέ ἕνα ἀπό αὐτά μένει καί ἡ γιαγιά μου ἡ Πλουμία. Τήν βλέπω νέα κι ὄμορφη ὅπως ἦταν, μέ ἐκεῖνο τόν ὡραῖο κότσο στά μακριά της μαλλιά. Εἶναι ντυμένη φτωχικά, καί αὐτή καί ἡ μητέρα της (ἡ προγιαγιά μου) καί προσπαθοῦν νά ζεσταθοῦν μέ μιά παλιά φουφού μέ κάρβουνα ἐνῶ τό παλιό ἀλλά πεντακάθαρο κατσαρόλι εἶναι ἄδειο ἀπό φαΐ. Κρατάει στήν ἀγκαλιά της τόν ἑνός ἔτους Χρηστάκη καί μάλιστα προσεκτικά, διότι εἶναι στόν ὄγδοο μήνα τῆς ἐγκυμοσύνης της στήν κόρη της τήν Παναγιώτα. Ὁ μικρός δέν σταματάει νά γκρινιάζει, ἀφοῦ ἡ πεῖνα θερίζει τό μικρό κι ἄδειο στομαχάκι του καί βεβαίως ἡ νεαρή Πλουμία κλαίει βλέποντας τό παιδί της σέ αὐτή τήν κατάσταση, ἀλλά καί γιά τόν ἄντρα της πού ἔμεινε αἰχμάλωτος καί δέν ξέρει ἐάν ζεῖ ἤ ἄν πέθανε. Ἡ μητέρα της εἶναι σκυμμένη ἀπό πάνω της καί προσπαθεῖ νά τήν παρηγορήσει, συγκρατῶντας μέ δυσκολία τά δάκρυα πού ὁλοένα καί πιό πολλά κρέμονται στά βλέφαρά της. Τά μάτια της βλέπουν θολά, ὅμως τό μυαλό της θυμᾶται πεντακάθαρα. Θυμᾶται τά μόλις περσινά Χριστούγεννα, πού γιόρτασαν μέ τόση χαρά στήν πατρίδα. Ὅλη ἡ οἰκογένεια καί ὅλοι οἱ συγγενεῖς στό ἴδιο τραπέζι, τό ὁποῖο ἦταν φορτωμένο μέ ὅλα τά καλά τοῦ Θεοῦ. Ὅλα τά πρόσωπα γελαστά καί γεμᾶτα εὐτυχία ἀντάλλαζαν εὐχές καί εὐλογίες γιά τίς ἅγιες τοῦτες μέρες. Ὅλα αὐτά πρίν ἀπό ἕνα χρόνο… Πρίν μία ἡμέρα! Τήν Τετάρτη κλείδωσαν τό σπίτι στή Σμύρνη μέ ὅλο τό πλούσιο βιός τους καί τήν Πέμπτη βρέθηκαν στήν ἀποθήκη τοῦ Πειραιᾶ, ἔχοντας μόνο τά ροῦχα πού φοροῦσαν! Χθές ἦταν ὅλο τό σόι μαζί… σήμερα εἶναι οἱ δυό τους, δίχως ἄντρα, δίχως σπίτι, δίχως χρήματα, χωρίς ἕναν συγγενῆ, ἀφοῦ οἱ περισσότεροι εἶχαν σφαχτεῖ ἤ ἦταν αἰχμάλωτοι. 
Αὐτά πού βλέπω, δέν μπορεῖ νά τά χωρέσει ὁ νοῦς μου. Μοῦ σπαράζουν τήν ψυχή. Γυρίζοντας τή ματιά μου λίγο πιό δεξιά, βλέπω ἐπάνω στό μικρό ντιβανάκι, ὄμορφα τακτοποιημένα, καθαρά ροῦχα. Εἶναι αὐτά πού ἔχουν ἑτοιμάσει γιά νά βάλουν αὔριο, πού θά πᾶνε στή Χριστουγεννιάτικη Θεία Λειτουργία. 
Μά μέσα σέ ὅλη αὐτή τή δυστυχία σκέφτονται τήν ἐκκλησία; Πῶς εἶναι δυνατόν; Καί δικαίως ἀκούω τήν νεαρή Πλουμία νά λέει «Μάνα, τί Χριστούγεννα νά γιορτάσουμε; Μέ τί καρδιά νά χαροῦμε καί τί χαρά νά πάρουμε;» Καί κουνάω τό κεφάλι μου καί συμφωνῶ μαζί της. Ὅταν ὅμως, ἀκούω τήν ἀπάντηση τῆς ἡλικιωμένης γυναίκας, ταράζομαι, συγκλονίζομαι! «Γιατί παιδί μου, δέν θά γεννηθεῖ κι ἐφέτος ὁ Χριστός; Ἐφέτος πού Τόν ἔχουμε πιότερο ἀνάγκη δέν θά ἔρθει; Κι ἀφοῦ εἶναι σίγουρο πώς θά ἔρθει νά μᾶς βρεῖ ὁ ἴδιος ὁ Θεός, τί ταραχή μπορεῖ νά ἔχουμε; Σήκω νά πλύνεις λίγο τό πρόσωπό σου καί μήν ἀπελπίζεσαι. Ἀφοῦ ἔρχεται ὁ Θεός, ἀπελπισιά δέν χωράει στήν ψυχή»!!! 
Πόση περισσότερη δυστυχία μπορεῖ νά ἔχω ἐγώ σήμερα ἀπ’ ὅτι ἐκείνη ἡ κοπέλα, πού ὁ Θεός τό ἔφερε νά εἶναι ἡ γιαγιά μου; Πόση περισσότερη ἀπελπισία μπορεῖ νά αἰσθάνομαι ἐγώ ἀπ’ ὅ,τι ἐκεῖνοι οἱ ἄνθρωποι, πού μέσα σέ μία μοναχά νύχτα ἔχασαν τίς περιουσίες τους, ἔχασαν τό σπίτι τους, ἔχασαν γονεῖς, ἔχασαν ἀδέλφια, παιδιά ἄντρες, γυναῖκες … Ὅμως, μπορεῖ νά τά ἔχασαν ὅλα μά ἕνα πρᾶγμα δέν ἔχασαν. Τήν πίστη τους στό Θεό. Δέν ἔχασαν τήν ἀγάπη τους καί τήν ἐμπιστοσύνη τους στόν Χριστό καί τήν Παναγία μας. 
Ποτέ δέν ἔμαθαν νά στολίζουν μέ λαμπιόνια καί κορδέλες, οὔτε συνήθισαν σέ ξέφρενα ἑορταστικά ρεβεγιόν μέ τά ζάμπλουτα τραπέζια. Ἡ χαρά τους ὅμως, σέ κάθε Χριστιανική ἑορτή καί εἰδικά Χριστούγεννα καί Πάσχα, ἦταν μεγάλη. Καί ἦταν μεγάλη διότι τούς τήν ἔδινε ὁ ἴδιος ὁ Θεός, ἀφοῦ πρῶτα ἐκεῖνοι Τοῦ ἔδιναν μέσα ἀπό τήν ψυχή τους πίστη, ἀγάπη κι ἐμπιστοσύνη. Τούς τήν χορηγοῦσε ὁ ἴδιος ὁ Θεός, ἀφοῦ πρῶτα ἐκεῖνοι ἔσκυβαν πάνω ἀπό τόν πονεμένο συγγενῆ, φίλο, γείτονα μέ ἀγάπη καί τοῦ πρόσφεραν ὅ,τι εἶχαν ἀπό τά ἐλάχιστα πού τούς βρίσκονταν. Εἶναι δυνατόν νά βλέπει ὁ Θεός τέτοια φερσίματα καί νά μήν ἁπλώνει τό χέρι νά χαϊδέψει αὐτά τά κατατρεγμένα παιδιά Του; Καί βεβαίως, εἶναι δυνατόν ὅπου ὑπάρχει χεῖρα Θεοῦ νά ὑπάρχει ἀπελπισιά; 
Ἦρθε ἡ ὥρα λοιπόν, νά δοκιμαστοῦμε κι ἐμεῖς καί νά δείξουμε ποιά εἶναι τά πραγματικά Χριστούγεννα γιά τά ὁποῖα χαιρόμαστε. Ἦρθε φαίνεται, ἡ ὥρα πού θά δείξουμε στό Θεό, ποιά Χριστούγεννα πραγματικά γιορτάζουμε. Τά Χριστούγεννα τῶν στολισμῶν, τῶν τραπεζιῶν καί τῶν χορῶν, πού μόλις φύγουν ἔρχεται στήν καρδιά μας ἡ μαυρίλα καί ἡ ἀπελπισιά ἤ τά ἀληθινά Χριστούγεννα πού ἡ καρδιά μας ξεχειλίζει ἀπό τήν χαρά τοῦ ἐρχομοῦ τοῦ Ἴδιου τοῦ Θεοῦ. Πού ἡ ψυχή μας σκιρτᾶ ἀπό τή χαρά τοῦ ἐρχομοῦ τοῦ Μόνου Φιλάνθρωπου. Ἀπό τή χαρά τοῦ ἐρχομοῦ Ἐκείνου πού εἶπε : «Χτυπῆστε καί θά σᾶς ἀνοίξω. Ζητήσετε καί θά σᾶς δώσω. Μιλῆστε μου καί θά σᾶς ἀκούσω. Ἐγώ εἶμαι τό Φῶς, ἡ Ζωή καί ἡ Ὁδός! Καί θά εἶμαι πάντα δίπλα σας ἕως τῆς συντελείας τῶν αἰώνων! Ἀμήν». 
Μυρίλλας Ἀναστάσιος
"ΕΝΟΡΙΑΚΗ ΕΥΛΟΓΙΑ" Ιανουαρίου 2012
Τεύχος 115

0 σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου