«Ἡ πάντων χαρά, Χριστός ἡ Ἀλήθεια,
τό Φῶς ἡ Ζωή τοῦ κόσμου ἡ Ἀνάστασις
τοῖς ἐν γῇ πεφανέρωται τῇ αὐτοῦ ἀγαθότητι
καί γέγονε τύπος τῆς Ἀναστάσεως,
τοῖς πᾶσι παρέχων θείαν ἄφεσιν»
Θρηνεῖς ὅτι σέ ἐξόρισα ἀπό τόν Παράδεισο, ἀλλά ἡ ἀλήθεια εἶναι ὅτι ἐσύ ἐξόρισες τόν Πατέρα σου ἀπό τήν ψυχή καί τήν ὕπαρξή σου. Αὐτόν πού ἐξόρισες εἶναι ὁ Παράδεισος, ἡ Ζωή, ἡ τρυφή σου καί γι’ αὐτό δέν βρίσκεις ἀνάπαυση ὅ,τι καί νά ἐπιχειρῆς, ὅπου καί ἄν πορευθῆς, ὅτι καί ἄν ἀπολαμβάνης.
Ἔπαυσες νά μέ ρωτᾶς, νά μέ συμβουλεύεσαι. Θέλησες νά αὐτονομηθῆς, νά τά εὕρης ὅλα μόνος σου, νά ἐξιχνιάσης τήν Κτίση, νά μάθης τήν αἰτία καί τήν οὐσία τῶν ὄντων καί ἄφησες τόν ἑυατό σου νά ζεῖ χωρίς ἐσένα, μακρυά ἀπό Ἐμένα, χωρίς τό δικό μου Φῶς καί κατήντησες νά ζῆς στό σκοτάδι καί στήν ἀπόγνωση. Αὐτή τήν ἀπόγνωση τήν νοιώθεις βαθειά, ἀλλά δέν ξέρεις τό γιατί. Νομίζεις πώς ὀφείλεται στήν διαπίστωσή σου ὅτι δέν εἶσαι σύ ὁ Δημιουργός, ἀλλά ὀφείλεται στό ὅτι δέν ἔχεις Ἐμένα.
Ἔτσι, ἀποφάσισες νά ξεπεράσης τήν ἀπόγνωσή σου μέ τήν ἰδέα ὅτι δέν ὑπάρχει Δημιουργός ἀλλά ὅτι ὅλα ἔγιναν μόνα τους!
