Στὶς 29 τοῦ µηνὸς Μαΐου, θὰ ἔχουν περάσει 563 χρόνια ἀπὸ
τὴ µέρα ποὺ σήµανε τὸ τέλος τῆς Ἀνατολικῆς Ρωµαϊκῆς αὐτοκρατορίας καί, ἐπειδὴ ἡ
ὕπαρξή της ταυτίστηκε µὲ τὴν ὕπαρξη τῆς Πόλης τοῦ Κωνσταντίνου, στὶς 11 τοῦ ἴδιου
µηνός, θὰ ἔχουν περάσει 1686 χρόνια ἀπὸ τὴ µέρα ποὺ «γεννήθηκε», ἂν θεωρήσουµε
σὰν «γέννησή» της τὴ µέρα τῶν ἐγκαινίων της καὶ ὄχι τὴ µέρα ποὺ ὁ ἱδρυτής της ἀποφάσισε
νὰ βγάλει ἀπὸ τὴ λήθη της τὴν παλιὰ ξεχασµένη ἀποικία τῶν Μεγαρέων, ποὺ ὀνοµαζόταν
Βυζάντιο.
Ἀπὸ τὴν πρώτη πόλη δὲν εἶχε ἀποµείνει τίποτα ἄλλο ἐκτὸς ἀπὸ
τὰ ἐρείπια τῆς ἀκρόπολής της, πάνω σ’ ἕνα λόφο, τὸ βλέµµα τοῦ ἱδρυτῆ της ὅµως
προσπέρασε τὰ ἐρείπια καὶ τὸν ἕνα λόφο, προσπέρασε τὸ παρελθὸν καὶ τὴν παρακµή
του. Τὸ βλέµµα τοῦ ἱδρυτῆ της, εἶδε! Εἶδε τοὺς ἑπτὰ λόφους ποὺ τοῦ θύµισαν τὴ
Ρώµη, εἶδε πέρα καὶ πάνω ἀπὸ τὸ χρόνο, τοὺς λαοὺς ποὺ θὰ διάβαιναν ἀπὸ αὐτὸ τὸ
σταυροδρόµι τῆς Ἀνατολῆς πρὸς τὴ Δύση καὶ τῆς Δύσης πρὸς τὴν Ἀνατολή, εἶδε τὴν ὀµορφιὰ
καὶ τὸν πλοῦτο ἑνὸς τόπου ποὺ εἶχε ὅλες τὶς προϋποθέσεις νὰ γίνει ὁ παράδεισος
πάνω στὴ γῆ. Καὶ ἔτσι, ἔκτισε τὴν Πόλη του καὶ τὴν ὀνόµασε Νέα Ρώµη, γιατί τὴν ἔχτισε
νὰ γίνει πιὸ ὄµορφη, πιὸ πλούσια, πιὸ ἔνδοξη, ἀλλά, κυρίως, πιὸ δίκαιη, πιὸ ἀνθρώπινη,
πιὸ ἐνάρετη ἀπὸ τὴν παλαιά Ρώµη.

