Παρασκευή 1 Ιουλίου 2011

Ταξίδι στα Κύθηρα

ΑΝΤΟΥΑΝ ΒΑΤΤΩ (1684-1721 ) Επιβίβαση για τα Κύθηρα
σονέττο του Κώστα Ουράνη

Τ' ωραίο καράβι έτοιμο στο χαρωπό λιμάνι,
γιορταστικά με γιασεμιά και ρόδα στολισμένο,
με τις παντιέρες του αλαφριές στην ανοιξιάτικη αύρα
και τ' Όνειρό μας στο χρυσό πηδάλιο καθισμένο,

μας πήρε για τα Κύθηρα, τα θρυλικά, όπου μέσα
σε δέντρα και σε λούλουδα και γάργαρα νερά
υψώνεται ο μαρμάρινος ναός για τη λατρεία
της Αφροδίτης-του έρωτα τη θριαμβική θεά.

Μα το ταξίδι ήταν μακρύ κ' η χειμωνιά μας βρήκε!
Οι φανταχτερές κι ανάλαφρες παντιέρες μουσκευτήκαν,
τα χρώματα ξεβάψανε και τ' άνθη εμαραθήκαν

και, κάπου από τους άξενους τους ουρανούς, το πλοίο
απόμεινε ακυβέρνητο στο κύμα τ' αφρισμένο
με το φτωχό μας Όνειρο στην πρύμνη πεθαμένο

Τρίτη 28 Ιουνίου 2011

Στον Καιρό Των Μονόκερων

Ο Θρύλος λέει ότι οι μονόκεροι ήταν τα πιο όμορφα, τα πιο σπάνια, ελεύθερα και ανυπότακτα ζώα που έζησαν ποτέ στη γη. Οι μονόκεροι χάθηκαν όταν χάθηκε η αθωότητα από τον κόσμο…
Υπήρχε καιρός που κάποιοι σπάνιοι άνθρωποι έζησαν με αθωότητα και τιμή. Και το πέρασμά τους μένει ακόμη αποτυπωμένο στο μέρος που έζησαν. Αν κάποιος παρατηρήσει πολύ προσεκτικά, μπορεί ακόμα να δει τα ίχνη τους. Κι αν αποκρυπτογραφήσει τη σιωπή μπορεί να ακούσει τη φωνή τους.

Ένας συγγραφέας που έχει μάθει να σκαλίζει τα χρόνια που πέρασαν για να μάθει κρυμμένες αλήθειες, ξέρει την τέχνη να ακούει τα χαλάσματα και να καταλαβαίνει.

Ένα ερειπωμένο πυργόσπιτο του 13ου αιώνα ζωντανεύει μπροστά στα μάτια όποιου έχει τον πόθο να ακούσει την ιστορία του. Κι ένας άϋλος φύλακας αψηφά τους χρόνους και τους καιρούς και μένει στη θέση του, πιστός σε μια υπόσχεση που δεν παίρνεται πίσω.

Οι εποχές αλλάζουν κι ο χρόνος κυλάει, αλλά οι άνθρωποι γυρίζουν περίπου γύρω από τους ίδιους άξονες κι η ζωή του ενός, μπορεί ακόμα να φέρει τη λύτρωση στη ζωή του άλλου.
Νινέττα Βολουδάκη
http://ninetta1.blogspot.com/
Εκδόσεις Θέαλος 

Πέμπτη 23 Ιουνίου 2011

Η κυρα-Μιζέρια κι ο Θάνατος


Μιά φορά κι έναν καιρό, λένε, ζούσε σ’έναν τόπο μια γριά που τα ‘χε τα χρονάκια της. Μοναδική της συντροφιά είχε μια αχλαδιά που μεγάλωνε κοντά στην πόρτα της καλύβας της. Ο κόσμος τη φώναζε «κυρα-Μιζέρια». Τα παιδιά της γειτονιάς της πήγαιναν και την κορόιδευαν, και σαν ερχόταν η εποχή που τα αχλάδια ωρίμαζαν, ανέβαιναν στην αχλαδιά και της έκλεβαν και τα φρούτα! Η γριά τα κυνηγούσε και τα μάλωνε αλλά πού να τα βγάλει πέρα μαζί τους! Την έγιναν κακός μπελάς. Και κάθε φορά που έδενε ο καρπός και βάραιναν τ’αχλάδια στα κλαδιά γίνονταν τα ίδια: Νάσου τα παλιόπαιδα του χωριού να πηδάνε το φράχτη της, να σκαρφαλώνουν στην αχλαδιά της, να βγάζουν τα σουγιαδάκια τους, να κόβουν όλα τ’ αχλάδια, να γιομίζουν τα σακούλια τους, να δίνουν μια και να πηδάνε κάτω, να κοροϊδεύουν τη γριά και να χάνονται μέσα στους δρόμους του χωριού. Όλα αυτά την έφεραν σ’ ένα τέτοιο σημείο που δεν ήξερε πια τι να κάνει ...

Τετάρτη 22 Ιουνίου 2011

Κηφήνειον "Η ωραία Ελλάς"

Ακούω ότι το μεγαλύτερο σήμερα πρόβλημα των νέων μας είναι η ανεργία. Διαφωνώ. Εδώ και τριάντα χρόνια είναι η .... εργασία. Ο νέος δε φοβάται την αναδουλιά, φοβάται τη δουλειά. Μια οικογενειακή αντίληψη, ότι δουλειά είναι ό,τι δεν λερώνει, επεκτάθηκε και στο νεοσουσουδιστικό σχολείο με ευθύνη των κομμάτων, που για λόγους ψηφοθηρίας απεδύθησαν σε μια χυδαία πολιτική παιδοκολακείας, η οποία μετά τη δικτατορία εξέθρεψε και διαμόρφωσε δύο γενιές «κουλοχέρηδων»...παιδιών δηλαδή που δεν μπορούν να χρησιμοποιήσουν τα χέρια τους -πέρα από τη μούντζα- για καμμιά εργασία από αυτές που ονομάζονται χειρωνακτικές, επειδή -τάχα- είναι ταπεινωτικές. Κι ας βρίσκεται μέσα στη λέξη «χειρώναξ», σαν δεύτερο συνθετικό το «άναξ» που κάνει τον δουλευτή, τον άνα­κτα χειρών, βασιλιά στο χώρο του, βασιλιά στο σπιτικό του, νοικοκύρη δηλαδή, λέξη άλλοτε ιερή που ποδοπατήθηκε κι αυτή μες στην ασυναρτησία μιας πολιτικής που έδειχνε αριστερά και πήγαινε δεξιά και τούμπαλιν.
Γι ' αυτό τουμπάραμε...

Δευτέρα 13 Ιουνίου 2011

Η Ρωμιοσύνη


"Πίσκοπε, 'γιω την γνώμην μου ποττέ δεν την αλλάσσω,
τζι' όσα τζι' αν πης μεν θαρευτής πως εν να σου πιστέψω.
Εχω στον νουν μου, πίσκοπε, να σφάξω, να κρεμμάσω,
τζι' αν ημπορώ που τους Ρωμιούς την Τζιύπρον να παστρέψω,
τζι' ακόμα αν ημπόρεια τον κόσμον να γυρίσω,
έθεν να σφάξω τους Ρωμιούς, ψυσιήν να μεν αφήσω."
"Η Ρωμιοσύνη εν φυλή συνότζιαιρη του κόσμου,
κανένας δεν εβρέθηκεν για να την-ι-ξηλείψη,
κανένας, γιατί σιέπει την που τάψη ο Θεός μου.
Η Ρωμιοσύνη εν να χαθή, όντας ο κόσμος λείψη!


Σφάξε μας ούλους τζι' ας γενή το γαίμαν μας αυλάτζιν,
κάμε τον κόσμον ματζιελλειόν τζιαι τους Ρωμιούς τραούλλια,
αμμά ξέρε πως ίλαντρον όντας κοπή καβάτζιν
τριγύρου του πετάσσουνται τρακόσια παραπούλια.
Το 'νιν αντάν να τρώ' την γην τρώει την γην θαρκέται,
μα πάντα τζιείνον τρώεται τζιαι τζιείνον καταλυέται.
Είσαι πολλά πικραντερός, όμως αν θεν να σφάξης,
σφάξε τους λας που πολεμούν αλλού αρματωμένοι.
Εμάς με σιέρκα όφκαιρα γιατί να μας πειράξης,
πούμαστον δίχως άρματα, τζι' είμαστον νεπαμένοι;"

Τότες ο Μουσελλίμ-αγάς εψήλωσεν το δειν του,
τζι' είδεν τον μ' έναν δειν γλυτζιύν, τζι' αννοίει τζιαι λαλεί του:
"Ο,τι παθθαίν' ο άθθρωπος εν που την τζιεφαλήν του,
του βρένιμου που το σπαθίν ποσπάζετ' η ζωή του,
τζιαι σου, αν είσαι βρένιμος, ποσπάζεις την ζωή σου."
"Μούλλωσε τζιαι κατάλαβα πριχού να πης το πειν σου,
μεν μάσιεσαι την θάλασσαν να την-ι-ξηντιλήσης.
Αδικα λόγια μεν χάννης τζι' αρκείς εις την δουλειάν σου.
Τον ήλιον με φύσημαν μπορείς να τον-ισβήσης;
Φώναξε του τζιελλάττη σου, σάσ' την κρεμμασταρκάν σου!"

 

Απόσπασμα από το επικό έργο του εθνικού ποιητή της Κύπρου Βασίλη Μιχαηλίδη, "Η 9η Ιουλίου του 1821 "