Κυριακή 23 Φεβρουαρίου 2014

ΠΡΟΣΚΛΗΤΗΡΙΟ ΘΕΟΛΟΓΙΚΟΥ ΔΙΑΛΟΓΟΥ ΜΕΤΑΞΥ ΠΙΣΤΩΝ ΤΟΥ ΑΡΧΑΙΟΥ ΚΑΙ ΤΟΥ ΝΕΟΥ ΗΜΕΡΟΛΟΓΙΟΥ

Eἰλικρινά λυπήθηκα διαβάζοντας κάποιους σχολιασμούς τοῦ ἄρ­θρου μου «Τό νέο ἔτος θά εἶναι χρόνος ἡμερολογίου ἤ ἑορ­το­λο­γί­ου;», πού δημοσιεύθηκε στό Ἐνοριακό μας Περιοδικό «Ἐνο­ρι­ακή Εὐλογία» (τόν Ἰανουάριο 2014, τεῦχος 137).
Οἱ σχολιασμοί προέρχονται ἀπό πιστούς ἀνθρώπους πού ἀκο­λου­θοῦν, ὅμως, τό Ἀρχαῖο (Ἰουλιανό) ἡμερολόγιο καί ὡς ἐκ τούτου ἡ εὐαισθησία τους σέ κάποιες λέξεις, τούς ἀφαίρεσε τήν ψυχραιμία νά ἀξιοποιήσουν τό περιεχόμενο καί κυρίως, τό μήνυμα καί τόν σκο­πό τοῦ ἄρθρου μου.
Σκοπός τοῦ ἄρθρου δέν ἦταν νά ὑποτιμήση οὔτε νά προσβάλη τούς ἀνθρώπους τοῦ Ἀρχαίου Ἡμερολογίου (τό ἀποκαλῶ ἔτσι γιά μιά νέα ἀρχή, ἀφοῦ ὁ προσδιορισμός Παλαιο­ημερολογῖται ἔχει φορτισθεῖ ἀρνητικά). Κάθε ἄλλο: Ἡ πορεία κά­θε ἀνθρώπου εἶναι σεβαστή καί Κριτής ὅλων μας ὁ Θεός «ἐν τῇ ἡμέ­­ρᾳ ἐκείνῃ». Ἀντιθέτως, μάλιστα, ἐτόνισα ὅτι πρόκειται περί «πι­στῶν ἀνθρώπων». Ὡστόσο ἡ φράση μου «ἔκαμαν ἀπό τοῦ 1924 Σχῖ­σμα, στήν Ἐκκλησία τῆς Ἑλλάδος» ἦταν ἐκείνη πού πυροδότησε τήν ἀντί­δραση καί ἀγανάκτησή τους.
Θεωρῶ, λοιπόν, ὅτι ἀπαιτοῦνται ἐκ μέρους μου μερικές ἐξη­γήσεις, ὥστε ἀφ’ ἑνός μέν νά κατανοηθῆ τό πνεῦμα ἀλλά καί τό γράμμα τοῦ κειμένου μου καί, ἀφ’ ἑτέρου, νά τεθοῦν οἱ προϋποθέσεις γιά τή συνέχιση ἑνός γόνιμου διαλόγου μεταξύ μας, κάτι πού ἦταν ἀρχική ἐπιδίωξή μου, δεδομένου ὅτι τά τελευταῖα χρόνια ἔχω γνωρίσει κάποιους ἀξιόλογους ἀνθρώπους τοῦ Ἀρχαίου Ἡμερολογίου, οἱ ὁποῖοι θέλουν ἕνα γνήσιο θεολογικό διάλογο καί ὄχι ἁπλουστεύσεις καί ἄσχετους συσχετισμούς.

Τετάρτη 1 Ιανουαρίου 2014

ΤΟ ΝΕΟ ΕΤΟΣ ΘΑ ΕΙΝΑΙ ΧΡΟΝΟΣ ΗΜΕΡΟΛΟΓΙΟΥ Ἤ ΕΟΡΤΟΛΟΓΙΟΥ;

Ἡ εἴσοδος τοῦ Νέου Ἔτους ἔγινε χωρίς τή δική μας μεσολάβηση καί συμφωνία, γιατί ὁ χρόνος τρέχει χωρίς νά ἐπηρεάζεται ἀπό τή θέλησή μας, οὔτε ἀλλάζει ρυθμό, ἔστω καί ἄν προκαλῆ σέ μᾶς ψυχικές διαταραχές ὁ ρυθμός του.
Ὅμως, ἄν καί ποταμός ὁ χρόνος, δείχνει τή φιλανθρωπία καί συγκατάβασή του σέ πιστούς καί ἀπίστους, μέ τό νά καταδέχεται νά ἀναχαιτίζη τήν ὁρμή του καί νά κομματιάζη τή ροή του σέ ὧρες, μέρες καί χρόνια, ὑποχρεώνοντας τόν κοσμικό Γραμματικό του, τό ἡμερολόγιο, νά καθορίζη ἐπακριβῶς τό πῶς πρέπει νά κυλοῦν οἱ ἡμέρες τῆς χρονιᾶς, ὥστε νά ἔχουμε τήν εὐκαιρία νά ὠφεληθοῦμε ἀπό τόν χρόνο καί ὄχι νά καταποντισθοῦμε ἀπό τήν ὁρμή του.
Εἶναι ὁλοφάνερο ὅτι ὁ χρόνος δέν μᾶς ἀνήκει. Εἶναι κτίσμα καί κτῆμα τοῦ Θεοῦ. Ποιήθηκε πρίν ἀπό ἐμᾶς ἀπό Τόν «Θεόν Λόγον» καί δίνει λόγο μόνο στόν «Θεόν Λόγον».
Κανείς ἀπό ἐμᾶς δέν ἔχει τήν ἐξουσία νά αὐξήση τόν χρόνο πού τοῦ ἀναλογεῖ, ἀλλά μόνο μπορεῖνά ἀξιοποιήση τόν χρόνο του, μεταποιῶντας τόν σέ «καιρόν», συμμέτοχον τοῦ «Καιροῦ ἐκείνου», πού «μένει εἰς τόν αἰῶνα». Γι’ αὐτό, καί κανείς ἀπό ἐμᾶς δέν ἔχει δυνατότητα διαλόγου ἤ διαπραγματεύσεως μέ τόν χρόνο, παρά μόνο μέσῳ «τοῦ Θεοῦ καί Λόγου».

Παρασκευή 6 Δεκεμβρίου 2013

Ο ΧΡΙΣΤΟΣ «ΟΥΚ ΗΛΘΕ ΒΑΛΕΙΝ ΕΙΡΗΝΗΝ ΑΛΛΑ ΜΑΧΑΙΡΑΝ»!

Περιμένοντας τά Χριστούγεννα –ὅσοι τοὐλάχιστον βρισκόμαστε στή μέση ἡλικία καί ἄνω– νοιώθουμε ἀκόμη πιό ἔντονα σάν πρόσφυγες στήν ἴδια μας τήν Πατρίδα, ἀφοῦ ἡ Δημόσια ζωή δέν παρουσιάζει πιά σχεδόν κανένα ἐνδεικτικό τῆς πνευματικότητος μέ τήν ὁποία ἀνατραφήκαμε ἀπό βρέφη γιά νά γίνουμε Χριστιανοί Ὀρθόδοξοι.
Οἱ Δημόσιες Ὑπηρεσίες ψυχρές σέ ὁτιδήποτε θά θύμιζε ἐκκλη­σι­αστική πνευματικότητα. Προϊστάμενοι καί ὑπάλληλοι Ὑπη­ρε­σιῶν καί καταστημάτων συμπεριφέρονται σάν «ἄθεοι ἐν τῷ κόσμῳ» καί ἀντιμετωπίζουν ἀκόμη καί τούς κληρικούς μέ τή φράση: «Ὁρῖστε κύριε, τί θέλετε κύριε;», ὁσάκις ἔρχονται σέ συναλλαγή μαζί τους. Τά σχολεῖα δέν εἶναι πιά φωλιές πού θά θερμάνουν τούς νεοσσούς ἀλλά καί τούς μεγαλύτερους μαθητές μέ τό ἦθος, τήν προβολή πνευματικῶν προτύπων, μέ τό προσωπικό ἐνδιαφέρον τῶν διδασκόντων, μέ τήν αὐταπάρνησή τους καί τήν πνευματική ἀγάπη τους.
Ἀκόμη καί οἱ Ναοί πολλῶν ἐνοριῶν, δυστυχῶς καί τῆς Ὑπαί­θρου, ἔχουν χάσει τήν πνευματική ζεστασιά τους καί ἡ Ἱερατική Πα­τρική στοργή καί ἀγάπη ἔχουν ἀντικατασταθεῖ ἀπό τήν ψυχρή συναλλαγή καί τή συμμόρφωση σέ διαδικασίες.
Μέσα σ’ αὐτές τίς συνθῆκες οἱ ἄνθρωποι, πού μεγάλωσαν μέ Ἀρχές, μελαγχολοῦν, καί ἐκεῖνοι πού μεγάλωσαν μέ ἐκκλησιαστική πνευ­μα­τι­κό­τη­τα, ὑποφέρουν.

Κυριακή 17 Νοεμβρίου 2013

Τί εἶναι ὁ Θεός μου;

Τί εἶναι ὁ Θεός μου; Ρώτησα τή γῆ καί μοῦ ἀποκρίθηκε: "Δέν εἶμαι ἐγώ". Καί ὅ,τι κλείνει μέσα της μοῦ εἶπε: "Δέν εἶμαι ἐγώ". Ρώτησα τή θάλασσα καί τούς βυθούς της καί τά ἑρπετά πού σέρνονται στή γῆ καί μοῦ εἶπαν: "Δέν εἴμαστε ὁ Θεός σου, ψάξε ψηλότερα". Ρώτησα τίς πνοές τοῦ ἀνέμου, καί μοῦ εἶπε ὁ ἄνεμος καί οἱ κάτοικοι τοῦ ἀνέμου: "Ὁ Ἀναξιμένης πλανᾶται. Δέν εἶμαι ἐγώ ὁ Θεός". Ρώτησα τόν οὐρανό, τόν ἥλιο, τό φεγγάρι καί τ' ἀστέρια καί μοῦ ἀποκρίθηκαν καί αὐτά: "Ὄχι, δέν εἴμαστε ἐμεῖς". Τότε ρώτησα ὅλα τά πλάσματα πού κρούουν τίς θύρες τοῦ κορμιοῦ, τίς αἰσθήσεις: "Πεῖτε μου ἐσεῖς γιά τόν Θεό μου. Ἀφοῦ δέν εἴσαστε ἐσεῖς, τουλάχιστον μιλῆστε μου γι' αὐτόν". Καί ἐβόησαν φωνή μεγάλη: "Αὐτός μᾶς ἔπλασε". Τά ρωτοῦσα μέ τήν προσοχή μου, καί μοῦ ἀπαντοῦσαν μέ τή μορφή τους.
Τότε στράφηκα στόν ἑαυτό μου καί τοῦ εἶπα: "Καί σύ ποιός εἶσαι;" Καί ἀπάντησα: "Εἶμαι ἄνθρωπος. Ἔχω ἕνα σῶμα, μιά ψυχή, τό ἕνα ἐξωτερικό καί τό ἄλλο ἐσωτερικό. Σέ ποιό ἀπό τά δύο θά ἔπρεπε νά γυρέψω τόν Θεό μου;" Καί ἦταν ἡ ἐρώτηση πού εἶχα ἤδη κάνει μέ τά μάτια τοῦ σώματος σέ γῆ καί οὐρανό - ὅσο μακριά μποροῦσε νά φτάσει τό βλέμμα μου καί ὅσο μακριά μποροῦσα νά στείλω τά μάτια μου ὡς ἀγγελιοφόρους. Ὅμως ὁ ἐσωτερικός ἄνθρωπος εἶναι ὁ καλύτερος, γιατί σ' αὐτόν ἔδωσαν ἀπάντηση οἱ ἀγγελιοφόροι τῶν αἰσθήσεων γιά τόν οὐρανό καί τή γῆ καί γιά ὅλα ὅσα κλείνουν ὁ οὐρανός καί ἡ γῆ, ὡσάν νά ἀπευθύνονταν σέ κάποιον πού κυβερνᾶ καί ἐλέγχει, καί τοῦ εἶπαν: "Δέν εἴμαστε ἐμεῖς ὁ Θεός. Ὁ Θεός εἶναι ἐκεῖνος πού μᾶς ἔπλασε". Ὁ ἐσωτερικός ἄνθρωπος τά εἶδε αὐτά χάρη στόν ἐξωτερικό ἄνθρωπο. Ἐγώ, ὁ ἐσωτερικός ἄνθρωπος, ἐγώ, ἐγώ ὁ νοῦς, τά ἔμαθα αὐτά μέ τίς αἰσθήσεις τοῦ σώματος. Ρώτησα ὁλόκληρη τή μάζα τοῦ σύμπαντος γιά τόν Θεό μου καί μοῦ ἀποκρίθηκε: "Δέν εἶμαι ἐγώ ὁ Θεός, εἶμαι ἔργο τοῦ Θεοῦ".
Ἁγίου Αὐγουστίνου, «Ἐξομολογήσεις»
Ἐκδόσεις Πατάκη, Ἀθήνα 2007

Τετάρτη 13 Νοεμβρίου 2013

ΓΙΑΤΙ ΕΜΕΙΣ ΟΙ ΟΡΘΟΔΟΞΟΙ ΙΕΡΕΙΣ ΔΕΝ ΧΡΗΣΙΜΟΠΟΙΟΥΜΕ ΤΗΝ ΕΞΟΥΣΙΑ ΜΑΣ;

Στήν ἀσέβεια  τῆς καταργήσεως τῆς Κυριακάτικης ἀργίας:

Εἶναι ἀναµφισβήτητο ὅτι ἡ κατήχηση τοῦ πιστοῦ λαοῦ καί ὁ ἁγιασµός του εἶναι τό ἐπίκεντρο τῆς ἀποστολῆς µας. Δέν µπορεῖ ὅµως νά περιορισθοῦµε σ’ αὐτά.
Καλούµεθα νά εἴµαστε Πατέρες. Καί ὁ πατέρας εἶναι πατέρας σέ ὅλους τούς τοµεῖς καί σ’ ὅλες τίς ἐκφάνσεις τῆς ζωῆς. Ὅπως ὁ φυσικός πατέρας δέν περιορίζεται στό νά διδάσκη τά παιδιά του µέ τόν λόγο µόνο, ἀλλά πρέπει κυρίως ἐµπράκτως νά δίνη τό παράδειγµα, ἄλλοτε προστατεύοντάς τα καί περιορίζοντάς τα καί ἄλλοτε ὑποκινώντας τα καί ἐνθαρρύνοντάς τα. Ἔτσι ὀφείλει να πράξη καί ὁ πνευµατικός πατέρας.
Ἀπό σήµερα, 1η Κυριακή τοῦ Νοεµβρίου 2013,  ἀρχίζει ἡ δοκιµαστική φάση ὀχτώ Κυρακῶν µέ ἀνοιχτά τά ἐµπορικά καταστήµατα παράλληλα µέ τήν ἔναρξη ἐκπτώσεων, ὡς ἕνα ἐπί πλέον δόλωµα, γιά νά αὐξηθῆ ἡ πίθανότητα νά “τσιµπήση” ὁ λαός. Καί ὁ νοµοθέτης (ἤ καλύτερα νά λέγαµε νοµοδιαστρεβλωτής) ἐπικαλεῖται τό ψεύτικο ἐπιχείρηµα πώς πιέζει ἡ Εὐρωπαϊκή Ἕνωση σ’ αὐτή τήν κατεύθυνση καί πώς δέν µπορεῖ µόνο ἡ Ἑλλάδα νά µείνη ὀπισθοδροµική.
Γιά νά σοβαρευθοῦµε λιγάκι! Ἐνῶ στήν δῆθεν συντηρητική χώρα µας γίνεται συζήτηση γιά τήν πλήρη ἀπελευθέρωση τοῦ ὡραρίου καί τό ἄνοιγµα ὅλες τίς Κυριακές, στήν “προοδευτική” Γερµανία διεξάγεται καυγάς γιά τό ἄνοιγµα τῶν ἐµπορικῶν καταστηµάτων γιά τρεῖς (!) Κυριακές τό χρόνο, καί µάλιστα µέ πρωταγωνιστή ἕναν ρωµαιοκαθολικό ἱερέα.