Παρασκευή, 10 Ιουνίου 2011

Μάθημα ζωής....


 Πριν λίγες μέρες, κάποιοι “άνθρωποι” –αν μπορούν να ονομαστούν έτσι– δημιούργησαν φασαρίες στην περιοχή μας, ρίχνοντας αυτοσχέδιες βόμβες στο αστυνομικό τμήμα της οδού Καλλιδρομίου και πυρπολώντας σταθμευμένα αυτοκίνητα και ένα μηχανάκι.
Ήταν Σάββατο δώδεκα το μεσημέρι, μέρα και ώρα που η λαϊκή αγορά της περιοχής μας έχει τη μεγαλύτερη κίνηση. Οικογενειάρχες άνθρωποι όλων των ηλικιών –πολλοί απ’ αυτούς μαζί με τα παιδιά τους– κυκλοφορούσαν στους δρόμους όπου έγιναν τα επεισόδια και πέντε πολίτες τραυματίστηκαν σοβαρά, εκτός των άλλων μικροτραυ­ματισμών.

Ένα – δύο δρόμους πιο πέρα, η ζωή συνεχιζόταν κανονικά, κι η όλη φασαρία αντιμετωπίστηκε με μεγάλη απάθεια από τους κατοίκους της περιοχής μας, με τη γνωστή ελληνική νοοτροπία του: <δε βαριέσαι, αν είμαι εγώ καλά, στάχτη να γίνουν όλα>!...
Αλλά το χειρότερο έγινε αργότερα, όταν οι “αξιοπρεπείς” και “ευκατάστατοι” κάτοικοι της περιοχής μας, επιδόθηκαν σε πλιάτσικο των εμπορευμάτων της ανθοπώλιδος της λαϊκής, η οποία τραυματίστηκε και μεταφέρθηκε στο νοσοκομείο! Οι πλιατσικολόγοι δεν ήταν άνθρωποι φτωχοί, όπως ομολόγησαν οι γείτονές τους που τους αναγνώρισαν καθώς άρπαζαν τις γλάστρες και τα φυτά – και μάλιστα τσακώνονταν και μεταξύ τους για τη μοιρασιά! Εξ άλλου, τα λουλούδια δεν είναι είδος πρώτης ανάγκης, ώστε να δικαιολογήσει κανείς κάποιον ότι νικήθηκε από τη φτώχεια του και μπήκε στον πειρασμό να αφαιρέσει πράγματα που δεν του ανήκαν!...
Τα ακραία γεγονότα είναι αυτά που φέρνουν στην επιφάνεια τις πραγμα­τικές διαστάσεις του πολιτισμού και της πνευματικής καλ­λιέργειας ενός λαού. Και σ’ αυτές τις “εξετάσεις”, δυστυχώς, εμείς “πιά­νουμε πάτο”.
Αντίθετα, άλλοι λαοί, τους οποίους εμείς υποτιμούμε και ειρωνευ­όμαστε, αριστεύουν και μας κάνουν να ντρεπόμαστε. Ένα τέτοιο παρά­δειγμα είναι ο Ιαπωνικός λαός, ο οποίος δοκιμάστηκε πρόσφατα τόσο σκληρά.
Η επιστολή που ακολουθεί κυκλοφόρησε στο Internet, για να μας προβληματίσει και να μας παραδειγματίσει όλους μας. Γράφτηκε από ένα Βιετναμέζο μετανάστη στην Ιαπωνία, ο οποίος εργαζόταν σαν αστυνόμος στη Φουκουσίμα, στην πόλη, δηλαδή, που επλήγη από το τσουνάμι και τη διαρροή στο πυρηνικό εργοστάσιο.
Ο αστυνόμος ονομάζεται Ha Minh Tanh και έστειλε την παρακάτω επιστολή –η οποία δημοσιεύτηκε στο New America Media στις 19 Μαρτίου– σε ένα φίλο του, στην πατρίδα του. Η μετάφραση της επιστολής έγινε από τον αρχισυντάκτη του New America Media, Andrew Lam, ο οποίος είναι συγγραφέας του βιβλίου: East Eats West: Writing in Two Hemispheres

Αδελφέ μου,
Πως είσαι εσύ και η οικογένειά σου; Τις τελευταίες μέρες εδώ όλα είναι ένα χάος. Όταν κλείνω τα μάτια μου, βλέπω νεκρά σώματα. Όταν τα ανοίγω, βλέπω πάλι νεκρά σώματα. Πρέπει όλοι μας να δου­λεύ­ουμε 20 ώρες την ημέρα. Θα ήθελα η κάθε μέρα να είχε 48 ώρες, για να συνεχίζουμε να βοηθάμε και να σώζουμε τον κόσμο. Είμαστε χωρίς νερό και ηλεκτρικό, και τα αποθέματα φαγητού έχουν σχεδόν εξαντληθεί. Και με το που καταφέρνουμε να μετακινήσουμε τους πρόσφυγες από το ένα σημείο στο άλλο, έρχονται καινούργιες διαταγές να τους πάμε ακόμα παραπέρα.
Αυτή τη στιγμή βρίσκομαι στη Φουκουσίμα, περίπου 25 χλμ μακριά από το πυρηνικό εργοστάσιο. Έχω τόσα πολλά να σου πω, που αν τα έγραφα είμαι σίγουρος ότι θα έβγαινε ολόκληρο μυθιστόρημα για τις ανθρώπινες σχέσεις και συμπεριφορές σε στιγμές κρίσης.
Ο κόσμος έχει παραμείνει ήρεμος. Η αίσθηση αξιοπρέπειας και σωστής συμπερι­φοράς που έχουν είναι πολύ καλή, γι' αυτό και τα πράγματα δεν είναι τόσο άσχημα όσο θα μπορούσαν να είναι. Αλλά σε μια εβδομάδα από τώρα, δεν μπορώ να εγγυηθώ ότι θα είμαστε ακό­μη σε θέση να προσφέρουμε προστασία και τάξη. Άνθρωποι είναι κι αυτοί. Κι όταν η πείνα και η δίψα ξεπεράσουν την αξιοπρέπεια, τότε θα κάνουν, δεν ξέρω, αυτό που θα πρέπει να κάνουν. Η κυβέρνηση προσπαθεί να στείλει προμήθειες μέσω αέρος, τροφή και φάρμακα, αλλά είναι σαν να ρίχνεις μια χούφτα αλάτι στον ωκεανό.
Αδελφέ μου, μου έτυχε και κάτι πραγματικά συγκινητικό, με ένα μικρό  Ιαπωνεζάκι, που έδωσε σε μένα τον ενήλικα μάθημα ζωής για το πως να συμπεριφέρομαι σαν άνθρωπος.
Χθες το βράδυ, με έστειλαν σε ένα σχολείο να βοηθήσω μια φιλαν­θρωπική οργάνωση να μοιράσει φαγητό στους πρόσφυγες. Η ουρά ήταν στριφογυριστή και τεράστια. Κάποια στιγμή εντόπισα ένα μικρό αγόρι, περίπου 9 ετών. Φορούσε ένα T-shirt και ένα σορτσάκι. Το κρύο όλο και μεγάλωνε, και το αγοράκι ήταν ακριβώς στο τέλος της ουράς. Σκέφτηκα ότι μέχρι να έρθει η σειρά του, δεν θα έχει μείνει καθόλου φαγητό. Πήγα κοντά του και του μίλησα. Μου είπε ότι ήταν στο σχολείο όταν έγινε ο σεισμός.
Ο πατέρας του δούλευε εκεί κοντά και οδηγούσε προς το σχολείο. Ο μικρός είχε ήδη φτάσει στον μπαλκόνι του τρίτου ορόφου του σχολείου, όταν είδε το τσουνάμι να παρασύρει το αυτοκίνητο του πατέρα του.
Τον ρώτησα για την μητέρα του. Είπε ότι το σπίτι τους βρισκόταν ακριβώς δίπλα στην παραλία και ότι η μητέρα και η μικρή του αδερφή το πιθανότερο είναι να μην επέ­ζησαν. Γύρισε το κεφάλι του αλλού και σκούπισε τα δάκρυά του όταν τον ρώτησα για τους συγγενείς του. Ο μικρούλης έτρεμε από το κρύο και έτσι έβγαλα και του έδωσα το μπου­φάν της αστυνομίας που φορούσα. Τότε ήταν που έπεσε η σακκούλα με το συσσίτιό μου. Το σήκωσα και του το έδωσα. "Όταν έρθει η σειρά σου, μπορεί να έχει τελειώσει το φαγητό. Πάρε τη μερίδα μου.
Εγώ έχω ήδη φάει.
Πάρε την να την φας εσύ."
Το αγόρι πήρε το σακκουλάκι και υποκλίθηκε. Νόμιζα ότι θα έτρωγε αμέσως, αλλά δεν το έκανε. Πήρε τη σακκούλα με το φαγητό και πήγε και την εναπόθεσε στην αρχή της γραμμής, εκεί που ήταν συγκεντρωμένο όλο το φαγητό για διανομή.
Σοκαρίστηκα. Τον ρώτησα γιατί δεν έφαγε και έβαλε τη σακκούλα μαζί με τα άλλα φαγητά. Και μου λέει: "Γιατί βλέπω πολλούς άλλους πολύ πιο πεινασμένους από μένα. Αν τη βάλω εκεί, τότε θα μοιραστεί ισότιμα". Όταν το άκουσα αυτό, πήγα και στάθηκα παραπέρα, γιατί δεν ήθελα να με δει ο κόσμος να κλαίω. Η κοινωνία που μπορεί να εμφυσήσει σε ένα εννιάχρονο παιδί την έννοια της θυσίας για το ευρύτερο καλό, πρέπει να είναι μια σπουδαία κοινωνία, σπουδαίος λαός.
Σου έγραψα δύο γραμμές για να στείλω τις ευχές μου σε σένα και την οικογένειά σου. Πρέπει να επιστρέψω στη βάρδια μου. 
Ha Minh Thanh>


                                                        Νινέττα Βολουδάκη
«ΕΝΟΡΙΑΚΗ ΕΥΛΟΓΙΑ» Ιουνίου-Ιουλίου 2011
                                         Τεύχος 108-109

0 σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου